ελληνικά (grec)

Mappemonde mettant en évidence la Corée du Sud et la Corée du Nord.

Η Πολλαπλή Φωνή του Λαού: Το Άσμα της Πιστής Τσουν­χιάνγκ

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Πρέπει να λάβουμε τον τίτλο κατά γράμ­μα: Το Άσμα της Τσουν­χιάνγκ (Chunhyangga)1Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Le Dit de Chunhyang (Η Διήγηση της Τσουν­χιάνγκ).
Ch’un-hyang ka.
Choon Hyang Ga.
Ččunhjangga.
εί­ναι, πρωτίστως, ένα άσμα. Για να συλ­λάβουμε την ου­σία του, κλεί­στε τα μάτια και φανταστείτε μια γυμνή σκηνή, όπου δεσπόζουν ένας τραγου­διστής με βεντάλια και ένας τυμπανιστής. Αυτό το δίδυμο αρ­κεί για να εν­σαρ­κώσει το pansori, αυτή την αυ­θεντικά κορεατική τέχνη που ο Serge Kaganski τοποθετεί «στο σταυ­ροδρόμι του θεάτρου, της όπερας, της performance, του gospel και του two-man-show». Το τύμπανο αντηχεί και η βραχνή φωνή εκτοξεύ­εται, ρυθ­μιζόμενη από τη βεντάλια που ανοί­γει και κλεί­νει με ένα απότομο κλικ που δίνει τον ρυθ­μό. Παρασυρ­μένο, το κοινό αντιδρά ομόφωνα, σαν «μια βαπτιστική χορωδία», σε μια έντονη κοι­νωνία που αγ­γίζει την έκ­σταση.

Γεν­νημένο λοι­πόν επί σκηνής, αυτό το λυρικό άσμα έγινε αφήγηση και ταξίδεψε, φερόμενο από την προφορική παράδοση. Κατά τη διάρ­κεια των αιώνων, μια μυριάδα ανώνυμων συγ­γραφέων το εμπλού­τισε, εν­σωματώνοντας σε αυτό άλ­λες ιστορίες βασιλικών επιθεωρητών και απαγορευ­μένων ερώτων. Από αυτό το ζωντανό υλικό κατέληξαν να αποτίθενται, στρώμα μετά στρώμα, παγωμένα κεί­μενα, λογοτεχνικές εκ­δόσεις αναφοράς, οι πιο διάσημες από τις οποίες εί­ναι Η Ιστορία της Τσουν­χιάνγκ (Chunhyangjeon)2Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Histoire de Tchoun Hyang (Ιστορία της Τσουν Χιανγκ).
Histoire de Tchyoun hyang (Ιστορία της Τσιούν χιανγκ).
Histoire de Tchun-hyang (Ιστορία της Τσου­ν-χιανγκ).
Tchoun-Hyang-Djun.
Tchyoun hyang tjyen.
Tchun-Hyang Chòn.
Tchun-hyang djŏn.
Ch’unhyangdyŏn.
Ch’unhyangjŏn.
Choon Hyang Jun.
Choon-hyang-chon.
Choon Hyang Jon.
Chun-hyang-jon.
Ch’un-hyang Chŏn.
Chun-hyang-chun.
Chun-chyang-chun.
Czhun-hiang dzon.
Ččunhjangdžŏn.
, ή έκ­δοση gyeongpan, και Το Άσμα της Πιστής Τσουν­χιάνγκ (Yeolnyeo Chunhyang Sujeolga)3Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
L’Histoire de la constance de Chunhyang, femme fidèle (Η Ιστορία της Σταθερότητας της Τσουν­χιάν­γκ, Πιστής Γυναί­κας).
Yol-nyo Ch’un-hyang Su-jeol Ga.
Yeolnye Chunhyang Sujeolga.
Yeollyeo-Chunhyang-Sujeolga.
, ή έκ­δοση wanpan.

Το Ανοιξιάτικο Ειδύλλιο

Η πλοκή αφηγεί­ται τον έρωτα μεταξύ της Τσουν­χιάνγκ («Αρωματισμένη Άνοι­ξη»), κόρης μιας πρώην εταί­ρας, και του Μον­γκ-ριόνγκ («Όνειρο δράκου»)4Σε ορισμένες πηγές, αντί με το μικρό του όνομα Μον­γκ-ριόν­γκ, ο ήρωας αναφέρεται με την ονομασία Yi Doryeong. Αυτή η μορφή συν­δυάζει το επώνυμό του Yi και τον τιμητικό τίτλο doryeong που δίνεται στον ανύπαντρο γιο ενός ευ­γενή. Στην πραγ­ματικότητα, σημαί­νει απλώς «ο νεαρός κύριος Yi, ο νεαρός Yi».
Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Ye Toh Ryung.
I-Toreng.
Ri To ryeng.
Lee Doryong.
, γιου ενός ευ­γενή κυβερ­νήτη. Στη Ναμ­γουόν, στην επαρ­χία Τζεόλ­λα, τη στιγμή που τα άνθη αρ­χίζουν να αν­θίζουν, ο νεαρός λόγιος εγκαταλεί­πει την πατρική βιβλιο­θήκη για να περιπλανηθεί στο ύπαι­θρο. Εκεί, αντικρίζει την Τσουν­χιάνγκ να κάνει κού­νια. Αυτή η πρώτη συνάντηση ζωγραφίζεται με τη λεπτότητα των πιο εκλεπτυσμένων χαρακτικών:

«Έπιασε το σχοινί με τα λεπτεπίλεπτα χέρια της, ανέβηκε στη σανίδα και πέταξε. […] Τα φύλλα των δέντρων συνόδευαν το πήγαι­νε-έλα της. Το κόκ­κινο της φού­στας της έκανε μια χαρού­μενη κηλίδα πάνω στο περιβάλ­λον πράσινο. […] Από μπροστά, ήταν το χελιδόνι που βουτά για να πιάσει στον αέρα ένα πέταλο ροδακινιάς που γλιστρά προς το έδαφος. Από πίσω, έμοιαζε με πολύχρωμη πεταλούδα που απομακρύνεται αναζητώντας τη σύντροφό της.»

Le Chant de la fidèle Chunhyang (Το Άσμα της Πιστής Τσουν­χιάνγκ), μτ­φρ. από τα κορεατικά Choi Mikyung και Jean-Noël Juttet, Cadeilhan: Zulma, 1999· επανέκδ. Παρίσι· Veules-les-Roses: Zulma, σειρά «Z/a», 2025.

Ο έρωτας, κεραυ­νοβόλος και άμεσος, ωθεί τον νεαρό ευ­γενή να αψηφήσει τις συμ­βάσεις. Πηγαί­νει στο σπίτι της τη νύχτα. Μόλις περνά το κατώφλι του δωματίου, αυτή η κόρη του λαού αποκαλύπτεται εξίσου μορ­φωμένη και εκλεπτυσμένη με αυ­τόν: το βλέμμα περιπλανιέται σε ποι­ήματα γραμ­μένα από το χέρι της κρεμασμένα πάνω από το γραφείο της, σε καλ­λιγραφίες, πίνακες ζωγραφικής. Σε αυτό το σκηνικό οι εραστές ανταλ­λάσ­σουν τους όρ­κους τους, σφραγίζοντας μια ένωση που κρατούν ακόμη μυστική, χωρισμένοι όπως εί­ναι από την καταγωγή και την περιου­σία.

Η Δοκιμασία της Σταθερότητας

Στο μεταξύ, ο πατέρας του Μον­γκ-ριόνγκ ανακαλεί­ται στη Χαν­γιάνγκ (Σεού­λ)· ο νεαρός πρέπει να τον ακολου­θήσει για να ολοκληρώσει τις σπου­δές του και να δώσει τις μαν­δαρινικές εξετάσεις. Αφήνει πίσω του μια ερωτευ­μένη και πιστή σύζυγο που, νέα Πηνελόπη περιμένοντας την επιστροφή του Οδυσ­σέα της, ορ­κίζεται να τιμήσει έναν «όρκο χίλιες φορές πιο πολύτιμο από τον χρυσό, χίλιες φορές πιο όμορφο από τη νεφρίτη».

Το δράμα δένεται με την άφιξη ενός δια­δόχου στη θέση του κυβερ­νήτη, του Μπιουν Χακ-ντο, αν­θρώπου ακόλαστου και βίαιου. Έχοντας ακού­σει για την ομορ­φιά της Τσουν­χιάν­γκ, απαι­τεί να τεθεί στην υπηρεσία του. Η απογραφή παρου­σίας των kisaengs εί­ναι ραβελαι­σια­νής τρυφερότητας, όπου παρελαύ­νουν υποβλητικά ονόματα, όπως Δεσποι­νίς «Μυστηριώδης Ομίχλη», «Άν­θος Βερικοκιάς» ή «Νεράιδα του Ποταμού». Μόνο η Τσουν­χιάνγκ λεί­πει από το προσκλητήριο. Σερ­νόμενη μπροστά στον τύραν­νο, τολμά να του αντισταθεί, υποστηρίζοντας ότι μια ενάρετη γυναίκα δεν μπορεί να υπηρετήσει δύο συζύγους, ακόμη κι αν εί­ναι ταπει­νής καταγωγής:

«Η αρετή, η πιστότητα έχουν κάποια σχέση με την κοι­νωνική τάξη;»

Le Chant de la fidèle Chunhyang (Το Άσμα της Πιστής Τσουν­χιάνγκ), μτ­φρ. από τα κορεατικά Choi Mikyung και Jean-Noël Juttet, Cadeilhan: Zulma, 1999· επανέκδ. Παρίσι· Veules-les-Roses: Zulma, σειρά «Z/a», 2025.

Για αυτή την αυ­θάδεια, υφίσταται βασανιστήριο. Κάθε χτύπημα μαστιγίου που πέφτει πάνω της γίνεται αφορμή για ένα άσμα αντίστασης, μια οδυνηρή λιτανεία όπου επιβεβαιώνει την αφοσίωσή της. «Ακόμη κι αν με σκοτώσουν δέκα χιλιάδες φορές», αναφωνεί, «ο έρωτας που κατοι­κεί στην καρ­διά μου, ο έρωτας που δένει τις έξι χιλιάδες αρ­θρώσεις του σώματός μου, αυ­τός ο έρωτας δεν θα αλ­λάξει.»

Δεν θα πω τίποτα για το τέλος, παρά μόνο ότι εί­ναι ευ­τυχές.

Η Εκδίκηση των Καρδιών ενάντια στις Αυστηρότητες της Αυθαιρεσίας

Το Άσμα της Πιστής Τσουν­χιάνγκ αγκαλιάζει ολόκληρη την κοι­νωνική κλίμακα του Παλαιού Καθεστώτος, από το υψηλότερο σημείο για τον Μον­γκ-ριόνγκ έως το χαμηλότερο για την Τσουν­χιάνγκ. Η επιτυχία του οφεί­λεται στο ότι «τολ­μούσε να μιλά δυνατά για έρωτα σε αυτή τη χώρα όπου οι νεανικές καρ­διές πνίγονταν κάτω από την εξου­σία» και όπου ο γάμος, υπόθεση λογικής, διευ­θετού­νταν ψυχρά χωρίς αυ­τές να έχουν λόγο. Αυτή η εν­δόμυχη διεκ­δίκηση συνοδεύ­εται από μια πολιτική καταγ­γελία των καταχρήσεων και της δια­φθοράς που επικρατού­σαν μεταξύ των ηγετών.

Βεβαί­ως, το ομολογώ, η αφήγηση υποφέρει μερικές φορές από τις διάφορες προσθήκες που προκάλεσε· το Bulletin critique du livre en français (Κριτικό Δελ­τίο του Γαλ­λικού Βιβλίου) σημειώνει «κάποιες ασυνέπειες, αδέξιες δικαιο­λογήσεις, […] αφέλεια και γλυκανάλατα». Ωστόσο, όπως ένα κοχύλι που αποδίδει τον ήχο του ωκεανού, δια­τηρεί, κάτω από όλα αυ­τά, «ένα μουρ­μού­ρισμα και σαν ένα απέραντο κωφό βου­ητό: τη μεγάλη άπειρη και πολ­λαπλή φωνή» των ποι­ητών του λαού που τραγου­δούν ολόγυρα5Για να αναφέρουμε τον Hippolyte Taine και τη μνημειώδη Philosophie de l’art (Φιλοσοφία της Τέχνης) του.. Η δονού­μενη ψυχή τους, τα καλά και αγνά συναι­σθήματά τους έκαναν αυτό το έργο να περάσει μέσα από τους αιώνες· το ζωογονούν ακόμη σήμερα, κατά τη διάρ­κεια του μεγάλου φεστιβάλ της Ναμ­γουόν, όπου συναγωνίζονται οι καλύτεροι myeongchang (δάσκαλοι τραγου­διστές). Η Lee Mee-Jeong αναφέρει ότι κάποιοι από αυ­τούς εξασκού­νται με τόση ορμή «για να δώσουν στη φωνή τους την τελειότητα της εκ­φραστικότητας που φτάνουν να φτύνουν αίμα». Όχι μάταιη, η θυσία τους επιβραβεύ­εται από το κοινό που σηκώνεται να χει­ροκροτήσει, με δάκρυα στα μάτια. Και «αυτά τα δάκρυα των σύγ­χρονων θεατών εί­ναι εξίσου συγκινητικά με τις ταλαι­πωρίες και τις επανενώσεις των εραστών της μυθοπλασίας».

Mappemonde mettant en évidence le Canada et la France.

Ο Ουράνιος Ναυαγός: Émile Nelligan

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

«Ο Nelligan εί­ναι θρυλικός. Ο λαός του Κεμπέκ εί­ναι κι αυ­τός, κατά κάποιον τρόπο, ένα όνει­ρο, φανταστικό αν και πραγ­ματικό, αβέβαιο αν και επίμονο, και τελικά — ποιος ξέρει; — ίσως σωσμένο, ίσως χαμένο. Υπάρ­χει επικοι­νωνία μεταξύ αυ­τών των δύο θρύλων.»

Vadeboncoeur, Pierre. «Émile Nelligan (1879-1941), poète» (Émile Nelligan (1879-1941), ποι­ητής), στο En quelques traits (Με λίγες γραμ­μές), Μόντρεαλ: Fides, 1978.

Χρειάζεται άραγε να υπεν­θυμίσουμε ότι τα καναδικά-γαλ­λόφωνα γράμ­ματα μετρούν μόλις δύο αιώνες ύπαρ­ξης· ότι μόλις βγαί­νουν από την παι­δική ηλικία; Ακόμη φτωχά σε λογοτεχνικές δόξες, κατέχουν ωστόσο μία, που εν­σαρ­κώνει υποδειγ­ματικά τη δική τους νεότητα. Αυτή η δόξα εί­ναι ο Émile Nelligan1Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Émil Nellighan.
Émile Kovar.
: ένας έφηβος δεκαεπτά ετών, σχεδόν παι­δί. Αλλά με μια τραγική ανατροπή της φυσικής τάξης, σε αυτή την αυ­θόρ­μητη ηλικία που, σύμ­φωνα με τον Bossuet, «φαί­νεται να εί­ναι πλασμένη μόνο για τη χαρά και τις απολαύ­σεις» και που «απλώνει πανιά προς κάθε κατεύ­θυνση στην ελ­πίδα», ο Nelligan δεν ελ­πίζει πια τίποτα· εί­ναι στη μοίρα του:

«Μαύρη η ψυχή μου: πού ζω; Πού πορεύ­ομαι;
Οι ελ­πίδες της κεί­τονται παγωμένες, θαμ­μένες:
Εί­μαι η νέα Νορ­βηγία που υποφέρω και κλαίω
απ’ όπου οι ξαν­θοί ου­ρανοί πέταξαν μακριά, ξεχασμένες.»

Nelligan, Émile. Poésies complètes (Πλήρη Ποι­ήματα), πρόλογος του Claude Beausoleil και του Louis Dantin, Μόντρεαλ: Typo, συλλ. «Typo Poésie», 1998.

Και δεν εί­ναι μόνο σε αυ­τούς τους στίχους, υπό το κράτος μιας παροδικής απογοήτευ­σης, που δοκιμάζει αυτή την απομάγευ­ση. Εί­ναι σε όλα τα Πλήρη Ποι­ήματά του, ευ­γενικές ονει­ροπολήσεις ενός καταραμένου αγ­γέλου, που έμεινε ξένος στους συμ­βιβασμούς που επιβάλ­λει η ζωή.

Ο Καταραμένος Άγγελος

Σε μια διάσημη φωτογραφία, αυ­τός ο λεπτός μαθητής με το χλωμό πρόσωπο και τα ανακατεμένα μαλ­λιά γοη­τεύει με τα μεγάλα υγρά μάτια του, απέραντα· μάτια που άλ­λαζαν, που καταλάβαι­ναν, που ονει­ρεύ­ονταν. Περ­πατούσε με τα δάχτυλα λερωμένα από μελάνι, τη ρεντιγκότα ακατάστατη, και μέσα σε όλα αυ­τά, με περήφανο ύφος. «Εί­ναι ένα παράξενο αγόρι», έλεγαν οι μεν· «λίγο επιτηδευ­μένος», έβρισκαν οι άλ­λοι. Αλλά η περηφάνια του ήταν μόνο μια πρόσοψη που έκρυβε άσχημα μια εξαγριω­μένη ευαι­σθησία, άλ­λοτε ξεχει­λίζοντας από εν­θου­σια­σμό, άλ­λοτε σκοτει­νια­σμένη από μια άγρια και απει­λητική μελαγ­χολία:

«Εί­ναι βασιλεία πικρού γέλιου και θυέλ­λης
να ξέρεις πως εί­σαι ποι­ητής, περιφρονημένος,
να ξέρεις πως έχεις καρ­διά, κι εί­σαι παρεξηγημένος
παρά μόνο απ’ το φεγ­γαρόφως και τις νύχτες της φουρ­τού­νας!»

Nelligan, Émile. Poésies complètes (Πλήρη Ποι­ήματα), πρόλογος του Claude Beausoleil και του Louis Dantin, Μόντρεαλ: Typo, συλλ. «Typo Poésie», 1998.

Η περιβάλ­λουσα αδυναμία κατανόη­σης και οι αγρύπνιες που περ­νούσε χαράζοντας πυρετώδεις στίχους όπου «ήδη, ανάμεσα σε λαμπερά χαρακτηριστικά, η παραφροσύνη έδει­χνε το απαί­σιο νύχι της»2Η αναφορά στο «απαί­σιο νύχι» εί­ναι του Louis Dantin στο «Émile Nelligan et son Œuvre» (Ο Émile Nelligan και το Έργο του) που δημοσιεύ­τηκε σε επτά συνέχειες στην εφημερίδα Les Débats (1902) και έγινε σύντομα αυ­τός ο μυθικός πρόλογος (1903) που αποκάλυψε όχι μόνο έναν από τους καλύτερους ποι­ητές του γαλ­λόφωνου Καναδά (Nelligan), αλλά και έναν από τους καλύτερους αι­σθητικούς του (Dantin). κατέληξαν να υπονομεύ­σουν την υγεία του πρόωρα. Πέθανε δύο φορές: πρώτα, από πνευ­ματικό θάνατο ή τρέλα στα δεκαεν­νέα· έπει­τα, από σωματικό θάνατο στα πενήντα επτά.

Το Γέλιο και οι Λυγμοί

Δεν υπάρ­χει αμ­φιβολία ότι ο Nelligan υπέφερε σκληρά από αυτή την αδυναμία κατανόη­σης. Αυ­τός που ονει­ρευόταν μόνο το Παρίσι, ισχυριζόταν ότι οι στίχοι του θα πετού­σαν εκεί μια μέρα, για να επιστρέψουν σε όμορφο βιβλίο. Μια τέτοια φιλοδοξία, νεανική και δονού­μενη, πρόσφερε εύ­κολη λεία στην κακόβουλη κριτική. Η πιο βίαιη επίθεση ήρθε από το Monde illustré, από την πένα ενός ασαφούς δημοσιο­γράφου περαστικού από το Μόντρεαλ, De Marchy ή De Marchi, του οποίου η ιστορία ξέχασε το μικρό όνομα. Με εύ­κολη ει­ρωνεία και μικρόψυχη στενομυα­λιά, αυ­τός ο κριτικός χλεύ­ασε την πρωτοτυπία του εφήβου, φτάνοντας να του προτεί­νει, με τόνο συμπόνιας, να γράψει «μια μικρή δια­τριβή σε απλή πρόζα» για να αποδεί­ξει την αξία του, προσθέτοντας ύπου­λα: «γιατί εν­θαρ­ρύνουμε τους νέους συγ­γραφείς».

Πληγωμένος, ο Nelligan δεν άρ­γησε να απαντήσει κατά τη διάρ­κεια μιας αξέχαστης συνεδρίασης της Λογοτεχνικής Σχολής του Μόντρεαλ, στις 26 Μαΐου 1899. Εκείνο το βράδυ, απέναντι στους επικριτές του, αυ­τούς τους «αν­θρώπους με τα σκυθρωπά μέτωπα / Που περιφρονού­σαν τη ζωή [του] και απέρ­ριπταν το χέρι [του]», ο νεαρός σηκώθηκε. Με τη χαίτη στον άνεμο, το βλέμμα φλεγόμενο, εκτόξευσε μονορούφι την καυ­στική απάντησή του, «Η ρομάν­τσα του κρασιού», που έκανε την αί­θουσα να παραληρήσει. Ήταν ταυ­τόχρονα ο θρίαμ­βός του και το αντίο του:

«Οι καμπάνες ηχήσαν· ευω­διάζει η βραδιά…
Κι ενώ το κρασί σε χαρού­μενα ρυάκια κυλά,
εί­μαι τόσο χαρού­μενος με γέλιο ηχηρό, λαμπρό,
Ω! τόσο χαρού­μενος, που φοβάμαι μη κλάψω πικρά!»

Nelligan, Émile. Poésies complètes (Πλήρη Ποι­ήματα), πρόλογος του Claude Beausoleil και του Louis Dantin, Μόντρεαλ: Typo, συλλ. «Typo Poésie», 1998.

«Το χρυσό πλοίο»

Προ­ϊόν μιας απίθανης αλ­χημεί­ας, ο Nelligan φαί­νεται κοντά στον Poe μέσω του μακάβριου, στον Heredia μέσω του σμιλεμένου λόγου του, στον Nerval μέσω των ονει­ρικών νοσταλ­γιών του, αλλά και στον Rodenbach μέσω των ομιχλών και στον Chopin μέσω μιας μου­σικής της ψυχής. Καλ­λιερ­γεί με υπερηφάνεια «τις νευ­ρώσεις του», εξομολογού­μενος: «Θα πεθάνω τρελός… όπως ο Baudelaire». Υπό την επίθεση κάποιου εμ­μονικού ονεί­ρου, κάποιας κυρίαρ­χης ιδέας, ορμά προς το απόλυτο με «όλη την προσπάθεια, όλο το αίμα της ψυχής», κάτι που κάνει τον Louis Dantin να πει: «Αν δεχτούμε ότι ο άν­θρωπος και το έργο εί­ναι μόνο ένα σκίτσο, πρέπει να βεβαιώσουμε ότι εί­ναι ένα σκίτσο ιδιο­φυΐας».

Αυτό το σκίτσο ιδιο­φυΐας έχει τις τρομακτικές διαυ­γείς στιγ­μές «αυ­τού [που] οι Αρ­χαίοι αποκαλού­σαν στα λατινικά “vates”, τον μάντη, τον οραματιστή, τον προφήτη, τον ποι­ητή εμπνευ­σμένο από τους θεούς»3Claude La Charité.. Ο Roger Fournier αναφέρει τη «τρομερή στιγμή» όπου ο καλ­λιτέχνης βλέπει το τέλος του πριν το ζήσει. Αυτή η προαί­σθηση εν­σαρ­κώνεται στο «Το χρυσό πλοί­ο», το πιο εμ­βληματικό σονέτο του. Ο Nelligan ζωγραφίζει εκεί τη μεγαλοπρέπεια ενός θριαμ­βευ­τικού πλοί­ου, «σκαλισμένου σε συμπαγή χρυσό», πλέοντας σε άγνωστες θάλασ­σες. Αλλά αυ­τός ο έν­δοξος πίνακας εί­ναι εκεί μόνο για να καταστραφεί καλύτερα. Σε μια τραγική κατάληξη, το πλοίο χτυπά στον ύφαλο και βυθίζεται, αφήνοντας μόνο πλού­σια ναυάγια. Ο αναγνώστης καταλαβαί­νει τότε, με τρόμο, ότι πρόκει­ται για τον ίδιο τον ποι­ητή, που προφητεύει το δικό του ναυάγιο:

«Τι απέγινε η καρ­διά μου, πλοίο παρατημένο;
Αλίμονο! στου ονεί­ρου την άβυσ­σο, βυθισμένο…»

Nelligan, Émile. Poésies complètes (Πλήρη Ποι­ήματα), πρόλογος του Claude Beausoleil και του Louis Dantin, Μόντρεαλ: Typo, συλλ. «Typo Poésie», 1998.

Mappemonde mettant en évidence le Japon.

Οι Αρ­γόσχολες ώρες: Φιλοσοφική περιπλάνηση με τον μοναχό Κενκό

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Κόσμημα της ερημητικής λογοτεχνίας, Οι Αρ­γόσχολες ώρες (Tsurezure-gusa)1Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Cahier des heures oisives (Τετράδιο των αρ­γόσχολων ωρών).
Variétés sur des moments d’ennui (Ποι­κιλίες για στιγ­μές ανίας).
Variétés sur des moments de désœuvrement (Ποι­κιλίες για στιγ­μές αδράνειας).
Réflexions libres (Ελεύ­θερες σκέψεις).
Écrit dans des moments d’ennui (Γραμ­μένο σε στιγ­μές ανίας).
Propos des moments perdus (Λόγια χαμένων στιγ­μών).
Les Herbes de l’ennui (Τα χόρτα της ανίας).
Les Divers Moments de loisirs (Οι διάφορες στιγ­μές αναψυχής).
Tsourézouré Gouça.
Tsure-dzure-gusa.
Tsouré-dzouré-gousa.
αποτελούν μια δια­χρονική πρόσκληση να συλ­λάβουμε τη φευ­γαλέα ομορ­φιά του κόσμου προτού στεγνώσει «η δροσιά στις πεδιάδες του Αντάσι» και προτού δια­λυθούν «οι καπνοί του όρους Τορίμπε» (κεφ. VII)2Τοποθετημένες στα βορειο­δυτικά του Κιότο, οι πεδιάδες του Αντάσι χρησίμευαν παλιά ως τεράστιο νεκροταφείο όπου εγκατέλει­παν τα σώματα στα στοι­χεία. Το όρος Τορίμπε, τοποθετημένο στα νοτιο­ανατολικά, ήταν ο τόπος των αποτεφρώσεων.. Ο συγ­γραφέας, Ου­ράμπε Κενκό ή ο μοναχός Κενκό (1283-1350)3Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Urabe Kaneyoshi.
Yoshida Kaneyoshi.
Yoshida Kenkô.
Yoshida Kennkô.
l’abbé Kenko (ο ηγού­μενος Κέν­κο).
le bonze Kenkô (ο βον­ζός Κεν­κό).
le révérend Kenkō (ο αι­δεσιμότατος Κεν­κό).
Kenkō le hōshi (Κενκό ο χόσι).
Kennkô hôshi.
Kenkō-bōshi.
Kenkô bôci.
, δεν υπήρξε ούτε αυ­στηρός ασκητής ούτε καν ευ­λαβής με τη στενή έν­νοια του όρου. Αξιω­ματικός της φρου­ράς, επιφορ­τισμένος με τη συνοδεία του αυ­τοκράτορα Γκο-Ού­ντα, επέλεξε να καρεί μοναχός μόνο μετά τον θάνατο του προστάτη του, και το έπραξε για να παρατηρεί τους συγ­χρόνους του από απόσταση. Σε μια εποχή όπου οι «στρατιω­τάκηδες του Καντό», στρατιω­τικοί χωρίς καλ­λιέρ­γεια, έπλητ­ταν την αυλή με έναν «τρόπο ζωής μακριά από κάθε αν­θρωπισμό, πιο κοντά σε εκεί­νον των θηρίων» (κεφ. LXXX), ο Κενκό κατάφερε να δια­φυλάξει το ου­σιώδες: το αρ­χαίο γού­στο.

«Ο Κενκό […] εί­ναι ένας κλασικός που καθυστέρησε. […] τα δοκίμιά του μοιάζουν με την ευ­γενική συνομιλία ενός κοσμικού αν­θρώπου, και έχουν εκείνη την αύρα απλότητας και εκείνη την άνεση έκ­φρασης που στην πραγ­ματικότητα εί­ναι το αποτέλεσμα μιας τελειο­ποι­ημένης τέχνης.

Δεν μπορεί κανείς, για να ξεκινήσει τη μελέτη της αρ­χαίας ια­πωνικής λογοτεχνίας, να κάνει καλύτερη επιλογή από εκείνη των Αρ­γόσχολων ωρών.»

Aston, William George. Littérature japonaise (Ια­πωνική λογοτεχνία), μτ­φρ. από τα αγ­γλικά Henry Durand-Davray. Παρίσι: A. Colin, σειρά «Histoires des littératures», 1902. (Εθνική Βιβλιο­θήκη της Γαλ­λίας (BnF)).

Εξετάζοντας αυτό το έρ­γο, πλού­σιο σε εξομολογήσεις, δια­κρίνει κανείς στον Κενκό δύο αντιθετικές προσωπικότητες: τον αριστοκράτη και τον μοναχό. Κηρύτ­τει, βεβαί­ως, τη βου­διστική απόσπαση, αλλά ομολογεί ότι «ο άν­θρωπος που δεν θα είχε γού­στο για τον ερωτικό βίο» θα έμοιαζε με «κρυστάλ­λινο κύπελλο χωρίς πάτο» (κεφ. III). Επικρίνει την προσκόλ­ληση στα υλικά αγαθά, αλλά αι­σθάνεται «πάντοτε έναν παλμό καρ­διάς» (κεφ. VIII) όταν θυμάται τα σκηνικά του παλατιού, τα αξεσουάρ των εν­δυμασιών ή τη μεγαλοπρέπεια των τελετών. Στηλιτεύει τη χυδαία μέθη, αλλά παραδέχεται ότι ένα ποτήρι σάκε που μοι­ράζονται «στενοί φίλοι γύρω από τη φωτιά» (κεφ. CLXXV), σε μια χιο­νισμένη νύχτα, εί­ναι μία από τις χάρες της ύπαρ­ξης. Αυ­τές οι δύο όψεις του χαρακτήρα του συν­δυάζονται για να «σχηματίσουν έναν τύπο γεροντοπαλίκαρου [πραγ­ματικά] συμπαθητικού, που γίνεται ακόμη πιο συμπαθής όταν αναλογίζεται κανείς με την ησυχία του τις σκέψεις και τις συμ­βου­λές, τόσο εν­δόμυχα σοφές, που γεμίζουν το μεγαλύτερο μέρος του γραπτού του», εξηγεί ο Michel Revon. Τον θεωρώ τον μεγαλύτερο ηθικολόγο, το πιο αρ­μονικό και το πιο αγνό πνεύμα της Ια­πωνίας.

Η Ουσία του zuihitsu: Ακολουθώντας την ιδιοτροπία του πινέλου

«Zuihitsu, “στο ρεύμα του πινέλου” […]. Ο βον­ζός Κενκό συνέθεσε το ωραιότερο βιβλίο αυ­τού του εί­δους. Εί­ναι ο δάσκαλός μου. Πήγα στο Κιότο για να κλάψω στον τόπο όπου είχε ζήσει. Ένας βον­ζός με οδήγησε εκεί. […] “Ο ηγού­μενος Κεν­κό”, μου είπε […], “εί­ναι [τα λου­λού­δια] που εί­ναι εδώ!” Οι Ιάπωνες εί­ναι σαν τις εποχές· όλα επιστρέφουν […] μαζί τους. Εμείς, εί­μαστε σαν την ιστορία· όλα πεθαί­νουν μαζί μας.»

Quignard, Pascal. Petits Traités (Μικρές Πραγ­ματείες). Παρίσι: Maeght, 1990· επανέκδ. Παρίσι: Gallimard, σειρά «Folio», 1997.

Οι Αρ­γόσχολες ώρες ανήκουν σε αυτό το τόσο ιδιαί­τερο λογοτεχνικό εί­δος, το zuihitsu («στο νήμα του πινέλου»)4Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
«Littérature impressionniste» («Ιμπρεσιο­νιστική λογοτεχνία»).
«Suivant le pinceau» («Ακολου­θώντας το πινέλο»).
«Suivant le caprice du pinceau» («Ακολου­θώντας την ιδιο­τροπία του πινέλου­»).
«Écrits au fil du pinceau» («Γραπτά στο νήμα του πινέλου­»).
«Mélanges» («Ανάμει­κτα»).
«Essais» («Δοκίμια­»).
«Essai au fil du pinceau» («Δοκίμιο στο νήμα του πινέλου­»).
«Essai au fil de la plume» («Δοκίμιο στο νήμα της πένας»).
«Notes prises au courant de la plume» («Σημειώσεις παρ­μένες στο ρεύμα της πένας»).
«Au courant du pinceau» («Στο ρεύμα του πινέλου­»).
«En laissant aller son pinceau» («Αφήνοντας το πινέλο να πάει­»).
«Au gré du pinceau» («Στο έλεος του πινέλου­»).
Zouï-hitsou.
, στο οποίο οι Ιάπωνες κατατάσ­σουν επίσης τα Δοκίμια του Μονταί­νι. Και αυτή η σύγκριση μεταξύ του Κενκό και του Γάλ­λου ευ­γενή μας, αν και συνηθισμένη, δεν εί­ναι λιγότερο δίκαιη. Βρίσκει κανείς και στους δύο αυτό το σίγουρο και λεπτό γού­στο, αυτή τη μελαγ­χολία που δεν εί­ναι ποτέ απελ­πισία, αυ­τόν τον εν­θου­σια­σμό, τόσο αν­θρωπιστικό, όχι τόσο για την Αρ­χαιότητα όσο για την αρ­χαία αρετή, αυτή τη θέληση, τέλος, να ζωγραφίσει τον εαυτό του ζωγραφίζοντας τους άλ­λους. Κανένα τακτικό σχέδιο, κανένα σύστημα για να περιο­ρίσει το πνεύ­μα· τίποτε άλλο από την ιδιο­τροπία του πινέλου, από όπου αναδύεται ένα «συνον­θύλευμα σκέψεων, ανεκ­δότων και γνωμικών πεταμένων άτακτα στο χαρ­τί, επί [αρ­κετά] χρόνια, γύρω στο 1335», ένας κήπος εντυπώσεων όπου το αγριόχορτο συνυπάρ­χει με το σπάνιο άν­θος. Η αρ­χή, περίφημη, δίνει τον τόνο αυ­τής της πνευ­ματικής περιπλάνησης:

«Στο έλεος των αρ­γόσχολων ωρών μου (Tsurezure naru mama ni), από το πρωί ως το βράδυ, μπροστά στο γραφείο μου, σημειώνω χωρίς συγκεκριμένο σκοπό τα μικροπράγ­ματα των οποίων η φευ­γαλέα αντανάκλαση περνά στο πνεύμα μου. Παράξενες ρεμ­βασμοί!»

Urabe, Kenkô. Les Heures oisives (Οι Αρ­γόσχολες ώρες) (Tsurezure-gusa), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά Charles Grosbois και Tomiko Yoshida. Παρίσι: Gallimard, σειρά «Connaissance de l’Orient. Série japonaise», 1987· μερική επανέκδ. με τίτλο Cahiers de l’ermitage (Τετράδια του ερημητηρίου) (πρόλ. Zéno Bianu), Παρίσι: Gallimard, σειρά «Folio Sagesses», 2022.

Η Ποιητική του ατελούς

Στην καρ­διά των Αρ­γόσχολων ωρών χτυπά το οξύ αί­σθημα του εφήμερου. Για τον σύγ­χρονο άν­θρωπο, η φυγή του χρόνου εί­ναι, τις περισ­σότερες φορές, πηγή αγωνίας· για τον Κεν­κό, εί­ναι η ίδια η προϋπόθεση της ομορ­φιάς. «Η αστάθειά του εί­ναι που κάνει πολύτιμο αυ­τόν τον κόσμο» (κεφ. VII), γράφει. Αν η ύπαρξή μας ήταν αιώνια, η ποί­ηση του κόσμου θα εξαφανιζόταν αμέσως. Από αυτή τη φιλοσοφία της επισφάλειας απορ­ρέει μια καθαρά ια­πωνική αι­σθητική, εκείνη του ατελούς, που προτιμά από την πληρότητα της σελήνης τη μισοκρυμ­μένη λάμψη ενός φθίνοντος άστρου· και από το άν­θος στην ακμή του τα πέταλα που ο άνεμος παρασύρει βια­στικά, παρά τη θέλησή μας:

«Όποιο κι αν εί­ναι το αντικεί­μενο, η τελειότητά του εί­ναι ελάτ­τωμα. Αφήστε τα πράγ­ματα ατελεί­ωτα, όπως εί­ναι, χωρίς να τα τελειο­ποιεί­τε: θα βρω σε αυτά εν­δια­φέρον και θα αι­σθανθώ άνετα. Μου το εί­παν: όταν χτίζεται μια αυ­τοκρατορική κατοι­κία, εί­ναι έθιμο να αφήνεται ένα σημείο ατελεί­ωτο.»

Urabe, Kenkô. Les Heures oisives (Οι Αρ­γόσχολες ώρες) (Tsurezure-gusa), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά Charles Grosbois και Tomiko Yoshida. Παρίσι: Gallimard, σειρά «Connaissance de l’Orient. Série japonaise», 1987· μερική επανέκδ. με τίτλο Cahiers de l’ermitage (Τετράδια του ερημητηρίου) (πρόλ. Zéno Bianu), Παρίσι: Gallimard, σειρά «Folio Sagesses», 2022.

Διδάσκοντάς μας ότι «η λύπη για το μαράζι των αν­θέων και τη φθορά της σελήνης» (κεφ. CXXXVII) εί­ναι πιο συγκινητική από τον έπαινο της πλήρους άν­θισής τους, ο Κενκό δεν μας προσφέρει μόνο ένα μάθημα ποι­ητικής· μας προσφέρει, καλύτερα ακόμη, μια παρηγοριά.

Mappemonde mettant en évidence la Roumanie et l’Italie.

Τα Θλιβερά και οι Ποντικές, ή η Ρώμη στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Μια φορά κι έναν και­ρό, επί της βασιλείας του Αυ­γού­στου, υπήρχε ένας άν­θρωπος που μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του ευ­λογημένο: ο Πού­πλιος Οβίδιος Νάσων, γνωστός ως Οβίδιος. Ποι­ητής της μόδας στον χρυσό αιώνα της λατινικής ποί­ησης, lusor amorum (υμνητής των ερώτων), η παι­γνιώδης πέννα του είχε κατακτήσει τη Ρώμη και η ευ­κολία του στη στιχουρ­γία έμοιαζε με θαύ­μα: «προσπαθούσα να γράψω σε πεζό λόγο, αλλά οι λέξεις τοποθετού­νταν τόσο ακριβώς στο μέτρο, ώστε αυτό που έγραφα ήταν στίχοι». Περιου­σία, καταγωγή, επιφανείς φίλοι, μια κατοι­κία δίπλα στο Καπιτώλιο, τίποτα δεν έλειπε σε αυ­τόν τον Ρωμαίο ιπ­πέα που απολάμ­βανε μια ζωή πιο ασφαλή και πιο άνετη από ποτέ.

Ωστόσο, ένα πρωινό του έτους 8 μ.Χ., όταν ξύπνησε η Ρώμη, μια ζοφερή εί­δηση διέτρεξε τους δρόμους: το αγαπημένο τέκνο των Μου­σών, τότε πεντηκοντού­της, μόλις είχε αναχωρήσει υπό αυ­τοκρατορική συνοδεία. Όχι για μια χρυσή αποχώρηση σε κάποια ήπια ακτή, αλλά για μια relegatio (κατ’ οί­κον περιο­ρισμό)1Η relegatio (κατ’ οί­κον περιο­ρισμός), αν και έμοιαζε με το exilium (εξορία), δια­φοροποιού­νταν νομικά από αυ­τό: δεν συνεπαγόταν ούτε απώλεια της ιθαγένειας ούτε δήμευση της περιου­σίας. Ο Οβίδιος, στον οποίο είχε δοθεί χάρη σε αυτά τα δύο σημεία, φρόντιζε να διευ­κρινίζει ότι καταχρηστικά τον αποκαλού­σαν εξόριστο οι σύγ­χρονοί του: quippe relegatus, non exul, dicor in illo (δεν λέγεται ότι εί­μαι εξόριστος, αλλά μόνο περιο­ρισμένος). Αλλά σε τι ωφελεί να τηρεί κανείς μια διάκριση που έκανε μόνο για λόγους τιμής; Ο ίδιος απαλ­λάχτηκε από αυ­τήν: a patria fugi victus et exul ego (εγώ νικημένος και φυγάς, βλέπω τον εαυτό μου εξόριστο από την πατρίδα μου)· exul eram (ήμουν σε εξορία). στους Τόμους2Η σημερινή Κων­στάν­τζα στη Ρου­μανία., ένα παγωμένο χωριό στα έσχατα όρια της αυ­τοκρατορίας, στις αφιλόξενες ακτές της Μαύ­ρης Θάλασ­σας.3Χαι­ρετώντας για τελευ­ταία φορά το Καπιτώλιο, ο εξόριστος πρόφερε αυ­τούς τους αποχαι­ρετισμούς που θα κάνει δικούς του ο Γκαίτε τη στιγμή της δικής του αναχώρησης από την Αιώνια Πόλη: «Μεγάλοι Θεοί που κατοι­κείτε σε αυ­τόν τον αυ­γου­στό ναό τόσο κοντά στο σπίτι μου, και που τα μάτια μου στο εξής δεν θα δουν ποτέ ξανά· […] εσείς που πρέπει να εγκαταλεί­ψω, […] απαλ­λάξτε με, σας ικετεύω, από το μίσος του Καί­σαρα· εί­ναι η μόνη χάρη που σας ζητώ φεύ­γοντας. Πείτε σε αυ­τόν τον θεϊκό άν­δρα ποιο λάθος με παρέσυρε, και κάντε τον να καταλάβει ότι το σφάλμα μου δεν ήταν ποτέ έγκλημα».

Το Μυστήριο της δυσμένειας

Ποια ήταν η αι­τία αυ­τής της relegatio χωρίς δίκη, μόνο με τη θέληση του Αυ­γού­στου, και ποιος λόγος ώθησε αυ­τόν τον ηγεμόνα να στερήσει τη Ρώμη και την αυλή της από έναν τόσο μεγάλο ποι­ητή για να τον εγκλεί­σει στους Γέτες; Αυτό αγνοούμε και θα αγνοούμε πάντα. Ο Οβίδιος αναφέρει ένα carmen et error (ένα ποί­ημα και μια απερισκεψία), ψιθυρίζοντας αι­νιγ­ματικά:

«Αχ! γιατί είδα αυτό που δεν έπρεπε να δω; Γιατί τα μάτια μου έγιναν ένοχα; Γιατί τέλος, με την απερισκεψία μου, έμαθα αυτό που δεν έπρεπε ποτέ να μάθω;»

Ovide. Les Élégies d’Ovide pendant son exil [t. I, Élégies des Tristes] (Οι Ελεγείες του Οβιδίου κατά την εξορία του [τ. Ι, Ελεγείες των Θλιβερών]), μτ­φρ. από τα λατινικά Jean Marin de Kervillars. Παρίσι: d’Houry fils, 1723.

Αν η Τέχνη του Έρωτα, που δημοσιεύ­θηκε μια δεκαετία νωρίτερα, ήταν το carmen ή η επίσημη πρόφαση, το error ή το πραγ­ματικό σφάλμα παραμένει ένα αί­νιγμα σφραγισμένο στον τάφο του ποι­ητή:

«Το έγκλημα του Οβιδίου ήταν αναμ­φισβήτητα ότι είχε δει κάτι ντροπια­στικό στην οι­κογένεια του Οκταβίου […]. Οι λόγιοι δεν αποφάσισαν αν είχε δει τον Αύ­γου­στο με ένα νεαρό αγόρι […]· ή αν είχε δει κάποιον ιπ­ποκόμο στην αγκαλιά της αυ­τοκράτει­ρας Λιβίας, την οποία αυ­τός ο Αύ­γου­στος είχε παντρευ­τεί έγκυο από άλ­λον· ή αν είχε δει αυ­τόν τον αυ­τοκράτορα Αύ­γου­στο απασχολημένο με την κόρη ή την εγ­γονή του· ή τέλος αν είχε δει αυ­τόν τον αυ­τοκράτορα Αύ­γου­στο να κάνει κάτι χει­ρότερο, torva tuentibus hircis [υπό τα άγρια βλέμ­ματα των τράγων].»

Voltaire. Œuvres complètes de Voltaire, vol. 45B, […] D’Ovide, de Socrate […] (Άπαντα του Βολ­ταί­ρου, τ. 45Β, […] Περί Οβιδίου, περί Σωκράτη […]). Οξ­φόρ­δη: Voltaire Foundation, 2010.

Ας ξεχάσουμε λοι­πόν τις υποθέσεις, τόσο πολυάριθ­μες όσο και παράξενες, εκεί­νων που θέλουν με κάθε τίμημα να μαντέψουν ένα μυστικό δύο χιλιε­τιών. Αρ­κεί να γνωρίζουμε ότι, στις αγωνίες της εξορίας, στους λυγ­μούς της απομόνωσης, ο Οβίδιος δεν βρήκε άλλο καταφύγιο από την ποί­ησή του, και ότι την χρησιμοποί­ησε ολόκληρη για να εξευ­μενίσει έναν αυ­τοκράτορα του οποίου είχε προκαλέσει τη μνησικακία. «Οι Θεοί αφήνονται μερικές φορές να κατευ­νασθούν», έλεγε στον εαυτό του. Από εκεί γεν­νήθηκαν τα Θλιβερά (Tristia)4Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Τα Πέντε Βιβλία των Θλιβερών.
Tristium libri quinque (V).
De Tristibus libri quinque (V).
και οι Ποντικές (Epistulæ ex Ponto)5Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Επιστολές από τον Πόντο.
Ελεγείες γραμ­μένες στην επαρ­χία του Πόντου.
Τα Τέσ­σερα Βιβλία επιστολών γραμ­μένα στην επαρ­χία του Πόντου.
Ponticæ epistolæ.
De Ponto libri quatuor (IV).
.

Χρονικό ενός αιώνιου χειμώνα: Το Δράμα των Τόμων

Οι ελεγείες του Οβιδίου κατά την εξορία του εί­ναι το ημερολόγιο ενός αν­θρώπου χαμένου μακριά από τους δικούς του, μακριά από έναν πολιτισμό του οποίου υπήρξε κάποτε ο πιο χαριτωμένος εκ­πρόσωπος· ένας μακρύς θρήνος απευ­θυνόμενος στη σύζυγό του, στους φίλους που έμει­ναν στη Ρώμη και σε μια αδυσώπητη εξου­σία από την οποία περιμένει μάταια επιεί­κεια. Οι Τόμοι παρου­σιάζονται εκεί με τη μορφή μιας «γης γεμάτης πικρία», πάντα μαστιζόμενης από τους ανέμους και το χαλάζι ενός αιώνιου χει­μώνα, και όπου ακόμη και το κρασί, «απολιθωμένο από το κρύο», παγώνει σε πάγο που πρέπει να κοπεί με τσεκού­ρι. Ο ποι­ητής νιώθει εκεί απόλυτος ξένος· ένας αιχ­μάλωτος που ξεμαθαί­νει να μιλά λατινικά μέσα σε βάρ­βαρες λέξεις και φρικτές κραυ­γές Γετών:

«συνομιλούν μεταξύ τους σε μια γλώσσα κοινή για αυ­τούς· αλλά εγώ, δεν μπορώ να γίνω κατανοη­τός παρά μόνο με χει­ρονομίες και σημεία· περνώ εδώ για βάρ­βαρος, και [αυ­τοί οι] αυ­θάδεις Γέτες γελούν με τις λατινικές λέξεις.»

Ovide. Les Élégies d’Ovide pendant son exil [t. I, Élégies des Tristes] (Οι Ελεγείες του Οβιδίου κατά την εξορία του [τ. Ι, Ελεγείες των Θλιβερών]), μτ­φρ. από τα λατινικά Jean Marin de Kervillars. Παρίσι: d’Houry fils, 1723.

Απέναντι στην αντιξοότητα

Από πού άντλησε ο Οβίδιος το απαραί­τητο θάρ­ρος για να υπομεί­νει μια τόσο σκληρή αντιξοότητα; Από τη γραφή:

«[Αν με] ρωτάτε τι κάνω εδώ, θα σας πω ότι ασχολού­μαι με μελέτες φαι­νομενικά μάλ­λον άχρηστες, που ωστόσο έχουν τη χρησιμότητά τους για εμένα· και ακόμη κι αν δεν χρησίμευαν παρά μόνο για να με κάνουν να ξεχάσω τις δυστυχίες μου, δεν θα ήταν μικρό πλεονέκτημα: πόσο ευ­τυχής αν, καλ­λιερ­γώντας ένα τόσο στείρο χωράφι, αποκομίσω του­λάχιστον κάποιον καρ­πό.»

Ovide. Les Élégies d’Ovide pendant son exil, t. II, Élégies pontiques (Οι Ελεγείες του Οβιδίου κατά την εξορία του, τ. ΙΙ, Ποντικές Ελεγεί­ες), μτ­φρ. από τα λατινικά Jean Marin de Kervillars. Παρίσι: d’Houry, 1726.

Άλ­λωστε, ο πρώην ντάντης της Ρώμης δεν έχει εξαφανιστεί εντελώς: κομ­ψότητα, επιτηδευ­μένα χαρακτηριστικά, συγκρίσεις περισ­σότερο ευ­φυείς παρά στέρεες επιμένουν, μερικές φορές μέχρι υπερ­βολής. Ο Κοϊντιλια­νός ήδη τον έκρινε λιγότερο απασχολημένο με τις δικές του δυστυχίες, παρά amator ingenii sui (ερωτευ­μένο με τη δική του ιδιο­φυΐα). Σύμ­φωνα με τον Σενέκα τον πρεσβύτερο, ο Οβίδιος γνώριζε «τι υπήρχε υπερ­βολικό στους στίχους του», αλλά το αποδεχόταν: «Έλεγε ότι ένα πρόσωπο γινόταν μερικές φορές πολύ πιο όμορφο από μια ελιά». Αυτή η επιμονή να δίνει κάποια μορφή στις σκέψεις του, κάποια «ελιά», στον γαλ­λικό τρόπο — «θα έλεγες σχεδόν ότι γεν­νήθηκε ανάμεσά μας», σημειώνει ο μεταφραστής Jean Marin de Kervillars — εί­ναι το τελευ­ταίο σήμα της προσωπικότητάς του, η ομολογημένη άρ­νηση να αφήσει την απομάκρυνση από την πρωτεύ­ουσα να καταστρέψει τον καλ­λιτέχνη. Και αφού τόσο συχνά περιέγραψε αυ­τήν την απομάκρυνση ως ένα εί­δος θανάτου, καταλήγει να βρίσκει τη Ρώμη στις ακτές της Μαύ­ρης Θάλασ­σας, συμπεραί­νοντας: «η χώρα όπου με τοποθέτησε η μοίρα πρέπει να μου χρησιμεύει ως Ρώμη. Η δυστυχισμένη μούσα μου αρ­κεί­ται σε αυτό το θέατρο […]: τέτοια εί­ναι η καλή θέληση ενός παντοδύναμου Θεού.»6Περισ­σότερο παραι­τημένος παρά αποφασισμένος, δεν έφτασε στο σημείο να γράψει στο ανώφλι της πόρ­τας του, όπως θα κάνει ο Ου­γκώ, EXILIUM VITA EST (Η ΕΞΟΡΙΑ ΕΙ­ΝΑΙ Η ΖΩΗ ή Η ΖΩΗ ΕΙ­ΝΑΙ ΕΞΟΡΙΑ).

Mappemonde mettant en évidence le Japon.

Το αφήγημα του απερίγραπτου: Χιροσίμα: καλοκαι­ρινά λου­λού­δια του Χάρα Ταμίκι

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Υπάρ­χουν γεγονότα στην ιστορία των αν­θρώπων που φαί­νεται να σημαδεύ­ουν το όριο αυ­τού που η γλώσσα μπορεί να εκ­φράσει. Η άβυσ­σος ανοί­γει, και οι λέξεις, γελοί­ες, φαί­νεται να υποχωρούν μπροστά στη φρίκη. Η Χιροσίμα εί­ναι μία από αυ­τές τις αβύσ­σους. Ωστόσο, μπροστά στο απερίγραπτο, κάποιοι ένιω­σαν το επιτακτικό καθήκον να καταθέσουν μαρ­τυρία, όχι για να εξηγήσουν, αλλά για να μην αφήσουν τη σιωπή να ολοκληρώσει το έργο της καταστροφής. Στην πρώτη γραμμή αυ­τών των φυλάκων στέκεται ο Χάρα Ταμίκι (1905-1951), επιζών, του οποίου οι αφηγήσεις που συγκεντρώθηκαν υπό τον τίτλο Χιροσίμα: καλοκαι­ρινά λου­λού­δια αποτελούν μία από τις ιδρυτικές πράξεις αυ­τού που η κριτική θα ονομάσει «λογοτεχνία της ατομικής βόμ­βας» (genbaku bungaku)1Η «λογοτεχνία της ατομικής βόμ­βας» υποδηλώνει τα έργα που γεν­νήθηκαν από το τραύμα του 1945. Υποστηριζόμενο από επιζώντες όπως ο Χάρα Ταμίκι και η Ότα Γιόκο, αυτό το εί­δος για πολύ καιρό «κρίθηκε δευ­τερεύ­ον, τοπικό, ντοκου­μεντερίστικο» από τους λογοτεχνικούς κύκλους. Η δύναμή του έγκει­ται ακριβώς στην προσπάθειά του να διε­ρωτηθεί για «τα όρια της γλώσ­σας, τις αβεβαιότητές της, τις ελ­λεί­ψεις της» μπροστά στη φρίκη και να προσπαθήσει ταυ­τόχρονα να τις αναπληρώσει, όπως υπογραμ­μίζει η Catherine Pinguet.
Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Λογοτεχνία του ατόμου.
Gembaku bungaku.
. Τριλογία «ενός κόσμου που δεν σταματά να καί­γεται»2Forest, Philippe, «Quelques fleurs pour Hara Tamiki» (Μερικά λου­λού­δια για τον Χάρα Ταμίκι), άρ­θρο που αναφέρ­θηκε., το έργο — που αποτελεί­ται από τα Προοί­μιο στην καταστροφή (Kaimetsu no jokyoku), Καλοκαι­ρινά λου­λού­δια (Natsu no hana) και Ερείπια (Haikyo kara) — αφηγεί­ται, σε τρεις χρόνους, το πριν, το κατά τη διάρ­κεια και το μετά.

Μια γραφή της έκρηξης

Για την Γκάλα Μαρία Φολάκο, το ύφος του Χάρα δεν εί­ναι αυτό μιας ελεγ­χόμενης γραφής: εί­ναι «μια κάθοδος στην εύ­θραυ­στη ψυχή ενός απελ­πισμένου αν­θρώπου» που αντιμετωπίζει φρικτά κατεστραμ­μένα τοπία, σχεδόν αγνώριστα, όπου του φαί­νεται αδύνατο να ξαναβρεί τα ίχνη της ζωής του όπως ήταν λίγες στιγ­μές πριν. Η δια­λυμένη γραφή του, που βυθίζει τον αναγνώστη στην ανησυχία και τη σύγ­χυση, έχει ως σκηνικό την ίδια τη Χιροσίμα σε κου­ρέλια, «εξαφανισμένη χωρίς να αφήσει ίχνη — εκτός από ένα εί­δος επίπεδης στρώσης από ερεί­πια, στάχτες, στραβωμένα, σκισμένα, δια­βρωμένα πράγ­ματα» για να επαναλάβουμε τα λόγια του Ρομπέρ Γκιγιάν, του πρώτου Γάλ­λου στον τόπο. Σε αυ­τόν τον καμβά ερήμωσης ο Χάρα προβάλ­λει άλ­λοτε αποσπάσματα δια­κοπτόμενων υπάρ­ξεων, άλ­λοτε θραύ­σματα μνήμης που έρ­χονται να γεμίσουν τα κενά μιας σχισμένης πραγ­ματικότητας.

Αυτή η αποδόμηση φτάνει στο αποκορύφωμά της στις ποι­ητικές παρεμ­βολές, όπου ο Χάρα καταφεύ­γει σε μια ιδιαί­τερη μορφή της ια­πωνικής — τα κατακάνα που συνήθως προορίζονται για ξένες λέξεις —, σαν η συνηθισμένη γλώσσα να είχε γίνει ανίκανη:

«Λαμπερά συντρίμ­μια
/ απλώνονται σε ένα απέραντο τοπίο
Διαυ­γείς στάχτες
Ποια εί­ναι αυτά τα καμένα σώματα με τις γυμνές σάρ­κες;
Παράξενος ρυθ­μός των σωμάτων νεκρών αν­θρώπων
Υπήρ­ξαν όλα αυ­τά;
Μπόρεσαν όλα αυτά να υπάρ­ξουν;
Μια στιγμή και μένει ένας γδαρ­μένος κόσμος»

Hara, Tamiki, Hiroshima : fleurs d’été : récits (Χιροσίμα: καλοκαι­ρινά λου­λού­δια: αφηγήσει­ς), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά από τις Brigitte Allioux, Karine Chesneau και Rose-Marie Makino-Fayolle, Arles: Actes Sud, σειρά «Babel», 2007.

Ενώ ο Χάρα, μέσα στην κάμινο, υφίστατο αυτό το δαντικό θέαμα, οι σαστισμένοι δια­νοού­μενοι, στην άλλη άκρη του κόσμου, προσπαθού­σαν να σκεφτούν το γεγονός. Στις 8 Αυ­γού­στου 1945, ο Αλ­μπέρ Καμύ έγραφε στην Combat: «ο μηχανικός πολιτισμός μόλις έφτασε στον τελευ­ταίο βαθμό αγριότητας. Θα πρέπει να δια­λέξου­με, σε ένα περισ­σότερο ή λιγότερο κοντινό μέλ­λον, μεταξύ της συλ­λογικής αυ­τοκτονίας ή της έξυπνης χρήσης των επιστημονικών κατακτήσεων. Εν τω μεταξύ, επιτρέπεται να σκεφτούμε ότι υπάρ­χει κάποια αναί­δεια στο να εορ­τάζουμε έτσι μια ανακάλυψη που τίθεται πρώτα στην υπηρεσία της πιο τρομερής μανίας καταστροφής που ο άν­θρωπος έχει επιδεί­ξει»3Το κύριο άρ­θρο του Καμύ δημοσιεύ­τηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας Combat μόλις δύο ημέρες μετά τον βομ­βαρ­δισμό και πριν από αυ­τόν του Ναγκασάκι. Προσφέρει το ακριβές αντίθετο της αντίδρασης ενός μεγάλου μέρους του τύπου, όπως η Le Monde που τίτλωσε την ίδια ημέρα «Μια επιστημονική επανάσταση». Πηγαί­νοντας ενάντια στους εν­θου­σια­σμούς της εποχής, ο Καμύ επιβάλ­λεται ως μία από τις πιο γρήγορες και διαυ­γείς νοη­μοσύνες τη στιγμή της έλευ­σης της πυρηνικής εποχής.. Ο Χάρα δεν φιλοσοφεί, δεί­χνει· και αυτό που δεί­χνει εί­ναι ακριβώς αυτή η «μανία καταστροφής» καρ­φωμένη σαν λεπίδα στη σάρκα των ίδιων των αν­θρώπων.

Μερικά λουλούδια στον πιο απέραντο τάφο

Η κεντρική αφήγηση, Καλοκαι­ρινά λου­λού­δια, ανοί­γει με ένα προσωπικό πέν­θος: «Βγήκα στην πόλη και αγόρασα λου­λού­δια, γιατί είχα αποφασίσει να πάω στον τάφο της γυναί­κας μου». Για τον Χάρα, το τέλος του κόσμου είχε ήδη αρ­χίσει ένα χρόνο πριν. Είχε χάσει τη γυναίκα του, τη Σανταέ — το πιο αγαπημένο του πρόσωπο — και, μαζί της, τις πιο αγνές απολαύ­σεις αυ­τής της ζωής. Η καταστροφή της 6ης Αυ­γού­στου 1945 δεν εί­ναι λοι­πόν μια ρήξη που ξεπετάγεται από το τίποτα, αλλά η τερατώδης ενίσχυση ενός προσωπικού δράματος, που αναμει­γνύεται με αυ­τό, το συλ­λογικό, των θυμάτων της ατομικής βόμ­βας και καταλήγει παραδόξως να γίνει ένας λόγος ύπαρ­ξης, μια επεί­γουσα ανάγκη να ει­πωθεί. «“Πρέπει να αφήσω όλα αυτά γραπτά”, είπα μέσα μου», δίνοντας στον εαυτό του το κου­ράγιο να ζήσει μερικά χρόνια ακόμα. Η γραφή του δεν εί­ναι πια απλώς ένας θρήνος ανάμεσα στα ερεί­πια· μετατρέπεται σε ένα μνημείο της Χιροσίμα, μερικά λου­λού­δια τοποθετημένα για την αιω­νιότητα στον πιο απέραντο τάφο· σε μια πράξη αντίστασης επίσης ενάντια στις σιω­πές, είτε επιβάλ­λονται από τη λογοκρισία των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής4Μετά την παράδοση του 1945, οι αμερικανικές αρ­χές κατοχής θέσπισαν έναν Κώδικα Τύπου που απαγόρευε για αρ­κετά χρόνια τη διάδοση πληροφοριών και μαρ­τυριών πολύ ωμών σχετικά με τα αποτελέσματα των βομ­βαρ­δισμών, καθυστερώντας έτσι τη δημοσίευση πολ­λών έρ­γων, συμπεριλαμ­βανομένων αυ­τών του Χάρα. «Να υποφέρεις σιω­πηλά, λοι­πόν», συνοψίζει η ψυχολόγος Nayla Chidiac στο βιβλίο της L’Écriture qui guérit (Η γραφή που θεραπεύ­ει), που αφιε­ρώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στον Χάρα., είτε γεν­νιού­νται από τη διάκριση εναντίον των «ατομικοποι­ημένων» (hibakusha), των οποίων τα στίγ­ματα γεν­νού­σαν φόβο και απόρ­ριψη.

Σιωπή των νεκρών, σιωπή του Θεού

Αλλά αυτή η αποστολή που τον κρατούσε στη ζωή κατέληξε να τον συντρίψει. Το 1951, υπογράφει ένα αποχαι­ρετιστήριο σημεί­ωμα, στοι­χειω­μένος από το φάντασμα μιας νέας Χιροσίμα με το ξέσπασμα του πολέμου της Κορέας: «Εί­ναι και­ρός τώρα για μένα να εξαφανιστώ στο αόρατο, στην αιω­νιότητα πέρα». Λίγο μετά, ρίχνεται κάτω από ένα τρένο. Η τελευ­ταία του χει­ρονομία, όπως θα γράψει ο βραβευ­μένος με Νόμπελ Όε Κεν­ζαμπου­ρό, ήταν μια τελευ­ταία κραυγή δια­μαρ­τυρίας «ενάντια στην τυφλή ηλιθιότητα του αν­θρώπινου γένους».

Όταν οι φωνές των μαρ­τύρων σιω­πούν, η μνήμη καταφεύ­γει στα αντικεί­μενα που το έγκλημα άφησε πίσω του. Δεκαετίες αρ­γότερα, με αυτή την υλική μνήμη έρ­χεται αντιμέτωπος ο ιε­ρέας Μισέλ Κουάστ κατά την επίσκεψή του στο μου­σείο της ατομικής βόμ­βας. Εκεί τον εντυπωσιάζει η θέα «ρολογιών, εκ­κρεμών, ξυπνητηριών», με τους δεί­κτες τους για πάντα παγωμένους στις 8:15: «Ο χρόνος εί­ναι σε αναστολή». Αυτή η συγκλονιστική ει­κόνα εί­ναι ίσως η πιο ακριβής μεταφορά της προσπάθειας του Χάρα να αποκρυσταλ­λώσει τη μοι­ραία στιγ­μή. Εί­ναι η ίδια ει­κόνα που θα εμπνεύ­σει στον Κουάστ ένα λιτό ποί­ημα σε τέλεια αρ­μονία με το Χιροσίμα: καλοκαι­ρινά λου­λού­δια:

«Λαός δια­κοπείς, σβησμένος
/ σκόνη
/ σκιά
/ νύχτα
/ τίποτα
Σιωπή των νεκρών
Σιωπή του Θεού

Γιατί σιω­πάτε, οι νεκροί; Θέλω να ακούσω τη φωνή σας!
Φωνάξτε!
Ουρλιάξτε!
Πείτε μας ότι εί­ναι άδικο!
Πείτε μας ότι εί­μαστε τρελοί! […]
ΝΥΧΤΑ ΠΕΦΤΕΙ ΣΤΗ ΧΙΡΟΣΙΜΑ»

Quoist, Michel, À cœur ouvert (Με ανοι­χτή καρ­διά), Παρίσι: Les Éditions ouvrières, 1981.

Mappemonde mettant en évidence le Japon.

Η Αυγή της μεσαιωνικής Ιαπωνίας στα έπη της

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Η ει­ρηνική περίοδος Χεϊάν (794-1185) έληξε μέσα σε πυρ­καγιά. Στο τέλος μαχών σπάνιας βιαιότητας, δύο αντίπαλοι οί­κοι, οι Ταΐρα και οι Μιναμότο, εκτόπισαν δια­δοχικά την αυ­λική αριστοκρατία, η οποία δεν διέθετε ούτε επαρκή στρατό ούτε αστυνομία, και προκάλεσαν την έλευση του φεου­δαρ­χικού καθεστώτος. Αρ­χίζει τότε ο ια­πωνικός Μεσαί­ωνας. Αυτή η περίοδος ανατροπών ήταν τέτοια που «θα έπρεπε να ψάξουμε στον γερ­μανικό Μεσαί­ωνα για να βρούμε παρόμοια σύγ­χυση». Στη λεπτότητα της γυναι­κείας λογοτεχνίας του Χεϊάν δια­δέχθηκαν, έκτοτε, αν­δρικές αφηγήσεις, γεμάτες «δολοφονίες», «δολιότητες», «θαυ­μαστά κατορ­θώματα» και «εκ­δικήσεις μακρόχρονα προε­τοι­μασμένες» — «πηγή αμηχανίας και ταραχής για τους ιστορικούς».

Με το Κομποσκοίνι στο χέρι και το Σπαθί στη ζώνη

Από αυτή την αναταραχή γεν­νήθηκαν τα «πολεμικά διηγήματα» (gunki monogatari), που βρίσκονται στη δια­σταύ­ρωση του ιστορικού χρονικού, του εθνικού έπους και ενός βαθιού βου­διστικού στοχασμού. Η λει­τουρ­γία τους ήταν άλ­λωστε λιγότερο λογοτεχνική, με την έν­νοια που την εν­νοούμε εμείς, παρά μνημονική και πνευ­ματική: επρόκειτο πρωτίστως «να κατευ­νάσουν […] τις ψυχές των πολεμιστών που χάθηκαν στις μάχες» και, για τους επιζώντες, «να αναζητήσουν ένα νόημα στα χαοτικά γεγονότα που έθεσαν τέλος στην παλαιά τάξη». Αυτή η λει­τουρ­γία ανήκε στους «μοναχούς του biwa» (biwa hôshi ή biwa bôzu), ραψωδούς γενικά τυφλούς. Όμοιοι με τους τροβαδού­ρους μας του παρελ­θόντος, διέσχιζαν τη χώρα, απαγ­γέλ­λοντας με μελωδική φωνή τα κατορ­θώματα του παρελ­θόντος. Ντυμένοι με μοναστικό ράσο, αναμ­φίβολα για να τοποθετηθούν υπό την προστασία των ναών και των μοναστηριών, συνόδευαν τον εαυτό τους με το τετράχορδο λαούτο τους, το biwa1«Γεν­νημένο στο βασίλειο της Περ­σίας και τις γει­τονικές περιο­χές του, το biwa δια­δόθηκε στην Ανατολική Ασία κατά μήκος του Δρόμου του Μεταξιού. Τελειο­ποι­ημένο στην Κίνα, έφτασε στο ια­πωνικό αρ­χιπέλαγος περί τον 8ο αιώνα». Hyôdô, Hiromi, «Les moines joueurs de biwa (biwa hôshi) et Le Dit des Heike» (Οι μοναχοί παί­κτες του biwa (biwa hôshi) και Το Διήγημα των Χεϊκέ) στο Brisset, Claire-Akiko, Brotons, Arnaud και Struve, Daniel (επιμ.), op. cit., του οποίου οι συγ­χορ­δίες τόνιζαν τη μελαγ­χολία της αφήγησης.

Στην καρ­διά του ρεπερ­τορίου που αυ­τοί οι καλ­λιτέχνες μετέδιδαν από δάσκαλο σε μαθητή, μια θεμελιώδης τριλογία ανιχνεύει τους αδελ­φοκτόνους αγώνες που έκαναν το αρ­χιπέλαγος να περάσει σε μια νέα εποχή: Το Διήγημα του Χόγκεν (Hôgen monogatari)2Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Récit des troubles de l’ère Hogen (Αφήγηση των ταραχών της εποχής Χόγκεν).
La Chronique des Hogen (Το Χρονικό των Χόγκεν).
Récit de l’ère Hôgen (Αφήγηση της εποχής Χόγκεν).
Histoire de la guerre de l’époque Hôgen (Ιστορία του πολέμου της εποχής Χόγκεν).
Hôghen monogatari.
Hôghenn monogatari.
, Το Διήγημα του Χέιτζι (Heiji monogatari)3Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Épopée de la rébellion de Heiji (Έπος της εξέγερ­σης του Χέιτζι).
La Chronique des Heigi (Το Χρονικό των Χέιγκι).
Récit de l’ère Heiji (Αφήγηση της εποχής Χέιτζι).
Récits de la guerre de l’ère Heiji (Αφηγήσεις του πολέμου της εποχής Χέιτζι).
Heïdji monogatari.
Heizi monogatari.
, και το πιο διάσημο απ’ όλα, Το Διήγημα των Χεϊκέ (Heiké monogatari)4Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Le Dit des Heikke (Το Διήγημα των Χέικ­κε).
L’Aventure d’Heike (Η Περιπέτεια του Χεϊκέ).
Histoire des Heike (Ιστορία των Χεϊκέ).
Contes du Heike (Παραμύθια του Χεϊκέ).
Contes des Heike (Παραμύθια των Χεϊκέ).
La Chronique des Heiké (Το Χρονικό των Χεϊκέ).
La Chronique de Heiké (Το Χρονικό του Χεϊκέ).
Chroniques du clan Heike (Χρονικά της φυλής Χεϊκέ).
La Geste de la maison des Héï (Τα Κατορ­θώματα του οί­κου των Χέι).
Geste de la famille des Hei (Κατορ­θώματα της οι­κογένειας των Χέι).
Histoire de la famille des Hei (Ιστορία της οι­κογένειας των Χέι).
Histoire de la famille Heiké (Ιστορία της οι­κογένειας Χεϊκέ).
Histoire de la maison des Taira (Ιστορία του οί­κου των Ταΐρα).
Histoire de la famille des Taïra (Ιστορία της οι­κογένειας των Ταΐρα).
Récit de l’histoire des Taira (Αφήγηση της ιστορίας των Ταΐρα).
Roman des Taira (Μυθιστόρημα των Ταΐρα).
La Geste des Taïra (Τα Κατορ­θώματα των Ταΐρα).
Feike no monogatari.
. Τα δύο πρώτα, αν και μπορεί να φαί­νονται πεζά περιγράφοντας πώς οι Ταΐρα και οι Μιναμότο ει­σχωρούν σιγά-σιγά στη στρατιω­τική εξου­σία μέχρι να αποκτήσουν αποφασιστική επιρ­ροή στις υποθέσεις της αυ­λής, δεν παύ­ουν να προε­τοι­μάζουν το επερ­χόμενο δράμα και περιέχουν ήδη αυτή την «ευαι­σθησία στο εφήμερο» (mono no aware) που θα βρει στο Το Διήγημα των Χεϊκέ την πιο ολοκληρωμένη έκ­φρασή της:

«Ο κόσμος όπου ζούμε
Δεν έχει ύπαρξη περισ­σότερο
Από ακτίνα σελήνης
Που αντανακλάται στο νερό
Αντλημένο στην κοι­λότητα του χεριού.»

Le Dit de Hôgen ; Le Dit de Heiji (Το Διήγημα του Χόγκεν· Το Διήγημα του Χέιτζι), μετάφρ. από τα ια­πωνικά René Sieffert, Παρίσι: Publications orientalistes de France, 1976· επανέκδ. Lagrasse: Verdier, σειρά «Verdier poche», 2007.

Η Παροδικότητα ως πεπρωμένο

Μνημειώδες έρ­γο, πραγ­ματική Αινειάδα των εμ­φυλίων αγώνων και των σκληρών πολέμων που διέσχισαν τους δύο οί­κους, με αποκορύφωμα τη μάχη του Νταν-νο-ούρα (25 Απριλίου 1185), το Το Διήγημα των Χεϊκέ απομακρύνεται ωστόσο ριζικά από τη δυτική παράδοση. Αντί να ανοί­γει, με τον τρόπο του Βιρ­γιλίου, με τα arma virumque (τα όπλα και τον άν­δρα), το ια­πωνικό χρονικό υπεν­θυμίζει από την πρώτη του γραμμή «την παροδικότητα όλων των πραγ­μάτων»: «Ο υπερήφανος, βεβαί­ως, δεν διαρ­κεί, ακριβώς όμοιος με το όνειρο μιας ανοι­ξιάτικης νύχτας». Οι χαρακτήρες, μεγάλοι ή ταπει­νοί, παρασύρονται όλοι από την ίδια δίνη, απει­κονίζοντας διαρ­κώς ότι, σύμ­φωνα με τη φράση του Μποσ­συέ:

«Θα έρ­θει ο και­ρός που αυ­τός ο άν­θρωπος που σας φαι­νόταν τόσο μεγάλος δεν θα υπάρ­χει πια, όπου θα εί­ναι όπως το παιδί που δεν έχει γεν­νηθεί ακόμη, όπου δεν θα εί­ναι τίποτα. […] Δεν ήρθα παρά για να κάνω αριθ­μό, ακόμη δεν με εί­χαν ανάγκη· […] όταν κοι­τάζω από κοντά, μου φαί­νεται ότι εί­ναι όνειρο να βλέπω τον εαυτό μου εδώ, και ότι όλα όσα βλέπω δεν εί­ναι παρά μάταια ομοιώματα: Præterit enim figura hujus mundi (Γιατί περ­νάει, αυ­τός ο κόσμος όπως τον βλέπου­με)5Α΄ Κορ 7,31 (La Bible : traduction officielle liturgique - Η Βίβλος: επίσημη λει­τουρ­γική μετάφραση).».

Bossuet, Jacques Bénigne, Œuvres complètes (Άπαντα), τ. IV, Παρίσι: Lefèvre· Firmin Didot frères, 1836.

Έτσι, το Το Διήγημα των Χεϊκέ μοιάζει με ένα συνεχές κήρυγ­μα, όπου όλες οι περιπέτειες της ζωής των ηρώων χρησιμεύ­ουν για να απει­κονίσουν αυ­τόν τον νόμο της παροδικότητας (mujô) και τη ματαιότητα των αν­θρώπων δόξων. Η περίπτωση του Ταΐρα νο Τανταμόρι (1144-1184) εί­ναι από αυτή την άποψη υποδειγ­ματική. Αιφ­νιδια­σμένος από τον εχθρό, κυριαρ­χεί τον αντίπαλό του, αλλά ένας οποιοσ­δήποτε υπηρέτης του τελευ­ταίου επεμ­βαί­νει και του κόβει το δεξί χέρι στη ρίζα του αγκώνα. Γνωρίζοντας ότι ήρθε το τέλος του, ο Τανταμόρι στρέφεται προς τη δύση και επικαλεί­ται με σταθερή φωνή, δέκα φορές, τον Βούδα πριν αποκεφαλιστεί. Προσαρ­τημένο στη φαρέτρα του, βρέθηκε αυτό το αποχαι­ρετιστήριο ποί­ημα:

«Παρασυρ­μένος από τα σκοτάδια
Θα στεγαστώ κάτω από
Τα κλαδιά ενός δέντρου.
Μόνο τα λου­λού­δια
Θα με υποδεχτούν απόψε.»

Hoffmann, Yoel, Poèmes d’adieu japonais : anthologie commentée de poèmes écrits au seuil de la mort (Ια­πωνικά αποχαι­ρετιστήρια ποι­ήματα: σχολια­σμένη αν­θολογία ποι­ημάτων γραμ­μένων στο κατώφλι του θανάτου), μετάφρ. από τα αγ­γλικά Agnès Rozenblum, Malakoff: A. Colin, 2023.

Μια μετριοπαθής μεταγενέστερη υποδοχή

Αυτή η βου­διστική ευαι­σθησία, που δια­ποτίζει ακόμη και τις πιο αι­ματηρές σκηνές, δεν αρ­κεί ωστόσο πάντα να ανυψώσει μια αφήγηση που μπορεί να φαί­νεται αρ­γή, κανονική, ομοιόμορφη στα πνεύ­ματα που έχουν δια­μορ­φωθεί στη δυτική αι­σθητική. Όμοια με τον ήχο της καμπάνας του Γκιόν, η πορεία των διηγημάτων εί­ναι κανονική, πολύ κανονική μάλιστα, και κάπως μονότονη. Λυπάμαι που αφηγήσεις τόσο διάσημες δεν βρήκαν έναν εξίσου διάσημο ποι­ητή που θα τις είχε καθηλώσει για πάντα· που τους έλειψε ένας Όμηρος που θα τους είχε δώσει μια ποι­κιλία, μια ευ­ελιξία αιώνια θαυ­μαστές.

Όπως σημειώνει ο Georges Bousquet, οι ομηρικοί ήρωες έχουν συχνά «ευ­θυμίες ή παράξενες αδυναμίες που μας κάνουν να αγ­γίξουμε με το δάχτυλο την αν­θρωπιά τους· εκεί­νοι των Ταΐρα δεν παύ­ουν ποτέ να εί­ναι συμ­βατικοί και ψυχροί». Ενώ ο αφελής έλ­ληνας αφηγητής αφήνει πάντα να δια­φαί­νεται ένα αόριστο και λεπτό χαμόγελο πίσω από τις λέξεις, «ο ιάπωνας ραψωδός δεν εγκαταλεί­πει ποτέ τον επικό τόνο και το επιτηδευ­μένο ύφος». Εκεί «όπου αντηχεί σαν φαν­φάρα η χαρού­μενη έκ­φραση του τροβαδού­ρου, δεν ακούμε εδώ παρά τη μελαγ­χολική προφορά του απογοη­τευ­μένου βου­διστή: “Ο γεν­ναίος άν­δρας [κι αυ­τός] καταλήγει να καταρ­ρέει ούτε λίγο ούτε πολύ όπως η σκόνη στον άνεμο”».

Mappemonde mettant en évidence le Vietnam.

Το Kim-Vân-Kiêu, ή η βιετναμέζικη ψυχή αποκαλυπτόμενη

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Υπάρ­χουν έργα που φέρουν μέσα τους τα γού­στα και τις φιλοδοξίες ενός ολόκληρου έθνους, «από τον οδηγό ρίκσο μέχρι τον υψηλότερο μαν­δαρίνο, από την πλανόδια πωλήτρια μέχρι τη μεγαλύτερη κυρία του κόσμου». Παραμένουν αιώνια νέα και βλέπουν να δια­δέχονται νέες γενιές θαυ­μαστών. Τέτοια εί­ναι η περίπτωση του Kim-Vân-Kiêu1Απορ­ριπτόμενες μορ­φές:
Kim, Ven, Kièou.
Le Conte de Kiêu (Το Παραμύθι της Kiêu).
L’Histoire de Kieu (Η Ιστορία της Kieu).
Le Roman de Kiều (Το Μυθιστόρημα της Kiều).
Truyện Kiều.
Histoire de Thuy-Kiêu (Ιστορία της Thuy-Kiêu).
Truyên Thuy-Kiêu.
L’Histoire de Kim Vân Kiều (Η Ιστορία του Kim Vân Kiều).
Kim Vân Kiều truyện.
Nouvelle Histoire de Kim, Vân et Kiều (Νέα Ιστορία των Kim, Vân και Kiều).
Kim Vân Kiều tân-truyện.
La Nouvelle Voix des cœurs brisés (Η Νέα Φωνή των σπασμένων καρ­διών).
Nouveau Chant du destin de malheur (Νέο Τραγούδι της μοί­ρας της δυστυχίας).
Nouveaux Accents de douleurs (Νέοι Τόνοι πόνων).
Nouveau Chant d’une destinée malheureuse (Νέο Τραγούδι μιας δυστυχισμένης μοί­ρας).
Nouveau Chant de souffrance (Νέο Τραγούδι πόνου).
Nouvelle Voix des entrailles déchirées (Νέα Φωνή των σχισμένων σπλάχνων).
Nouveaux Accents de la douleur (Νέοι Τόνοι του πόνου).
Nouvelle Version des entrailles brisées (Νέα Εκ­δοχή των σπασμένων σπλάχνων).
Le Cœur brisé, nouvelle version (Η σπασμένη καρ­διά, νέα εκ­δοχή).
Đoạn-trường tân-thanh.
, αυ­τού του ποι­ήματος με περισ­σότερους από τρεις χιλιάδες στίχους που δεί­χνουν τη βιετ­ναμέζικη ψυχή σε όλη της τη λεπτότητα, την αγνότητά της και την αυ­ταπάρ­νησή της:

«Πρέπει να κρατήσει κανείς την ανάσα του, πρέπει να περ­πατήσει με προσοχή για να εί­ναι σε θέση να συλ­λάβει την ομορ­φιά του κει­μένου [τόσο] εί­ναι χαριτωμένο (dịu dàng), όμορφο (thuỳ mị), μεγαλειώδες (tráng lệ), λαμπρό (huy hoàng).»

Durand, Maurice (επιμ.), Mélanges sur Nguyễn Du (Μελέτες για τον Nguyễn Du), Παρίσι: École française d’Extrême-Orient, 1966.

Ο συγ­γραφέας, Nguyễn Du (1765-1820)2Απορ­ριπτόμενες μορ­φές:
Nguyên Zou.
Nguyên-Zu.
Hguyen-Du.
Να μην συγ­χέεται με:
Nguyễn Dữ (16ος αιώνας), του οποίου η Εκτενής Συλ­λογή θαυ­μαστών θρύλων εί­ναι μια κριτική της εποχής του υπό το πέπλο του φανταστικού.
, άφησε τη φήμη ενός μελαγ­χολικού και σιω­πηλού αν­θρώπου, του οποίου η πει­σματική σιωπή του χάρισε αυτή την επίπληξη από τον αυ­τοκράτορα: «Πρέπει, στα συμ­βού­λια, να μιλάτε και να δίνετε τη γνώμη σας. Γιατί κλεί­νεστε έτσι στη σιωπή και δεν απαντάτε ποτέ παρά μόνο με ναι ή όχι;» Μαν­δαρίνος παρά τη θέλησή του, η καρ­διά του δεν λαχταρούσε παρά την ηρεμία των γενέθλιων βου­νών του. Κατέληξε να καταραστεί αυτό το ίδιο το ταλέντο που, υψώνοντάς τον στα υψηλότερα αξιώματα, τον απομάκρυνε από τον εαυτό του, σε σημείο να το κάνει το τελικό ηθικό δίδαγμα του αριστουρ­γήματός του: «Ας μην καυ­χώνται λοι­πόν αυ­τοί που έχουν ταλέντο για το ταλέντο τους! Η λέξη “tài” [ταλέντο] ομοιο­καταληκτεί με τη λέξη “tai” [δυστυχία]». Ίδιος με τον εαυτό του, αρ­νήθηκε κάθε θεραπεία κατά τη διάρ­κεια της ασθένειας που του στάθηκε μοι­ραία και, μαθαί­νοντας ότι το σώμα του πάγωνε, υποδέχτηκε τα νέα με έναν αναστεναγμό ανακού­φισης. «Καλά!», ψιθύρισε, και αυτή η λέξη ήταν η τελευ­ταία του.

Το Έπος του πόνου

Το ποί­ημα ιχνηλατεί την τραγική μοίρα της Kiều, νεαρής κοπέλας με ασύγκριτη ομορ­φιά και ταλέντο. Ενώ ένα λαμπρό μέλ­λον φαί­νεται να της υπόσχεται δίπλα στον πρώτο της έρωτα, τον Kim, η μοίρα χτυπά την πόρτα της: για να σώσει τον πατέρα και τον αδελφό της από μια άδικη κατηγορία, πρέπει να που­ληθεί. Τότε, αρ­χίζει γι’ αυ­τήν ένα ταξίδι δεκαπέντε ετών, κατά τη διάρ­κεια του οποίου θα εί­ναι δια­δοχικά υπηρέτρια, παλ­λακίδα και πόρ­νη, φεύ­γοντας από μια δυστυχία για να βρει μόνο μια χει­ρότερη. Ωστόσο, όπως ο λωτός που αν­θίζει στη λάσπη, μέσα σε αυτή την ίδια την αθλιότητα, η Kiều δια­τηρεί «το καθαρό άρωμα της αρ­χικής της ευ­γένειας», καθοδηγού­μενη από μια ακλόνητη πεποί­θηση:

«[…] αν ένα βαρύ κάρμα βαραί­νει τη μοίρα μας, ας μην κατηγορούμε τον ου­ρανό και ας μην τον κατηγορούμε για αδικία. Η ρίζα του καλού βρίσκεται μέσα μας.»

Nguyễn, Du, Kim-Vân-Kiêu (Κιμ-Βαν-Κιέου), μετ. από τα βιετ­ναμέζικα από τους Xuân Phúc [Paul Schneider] και Xuân Việt [Nghiêm Xuân Việt], Παρίσι: Gallimard/UNESCO, 1961.

Ανάμεσα σε μετάφραση και δημιουργία

Ήταν κατά τη διάρ­κεια μιας πρεσβείας στην Κίνα που ο Nguyễn Du ανακάλυψε το μυθιστόρημα που θα του ενέπνεε το αριστούρ­γημά του. Από μια αφήγηση που θα μπορούσε κανείς να κρίνει κοι­νότοπη, κατάφερε να δημιουρ­γήσει ένα «αθάνατο ποί­ημα / Του οποίου οι στίχοι εί­ναι τόσο γλυκοί που αφήνουν, στο χεί­λος, / Όταν τους έχεις τραγου­δήσει, μια γεύση μελιού»3Droin, Alfred, «Ly-Than-Thong» στο La Jonque victorieuse (Η νικηφόρα τζού­γκα), Παρίσι: E. Fasquelle, 1906.. Αυτή η κινεζική καταγωγή θα γινόταν, ωστόσο, ένα μήλο της έριδος για την αναδυόμενη εθνική υπερηφάνεια. Στην αναταραχή των ετών 1920-1930, όπλισε την κριτική των πιο αδιάλ­λακτων εθνικιστών, των οποίων ο λόγιος Ngô Đức Kế έγινε εκ­πρόσωπος:

«Το Thanh tâm tài nhân [πηγή του Kim-Vân-Kiêu] δεν εί­ναι παρά ένα περιφρονημένο μυθιστόρημα στην Κίνα και τώρα το Βιετ­νάμ το ανυψώνει στο επίπεδο κανονικού βιβλίου, Βίβλου, εί­ναι πραγ­ματικά να δίνουμε στον εαυτό μας μεγάλη ντροπή.»

Phạm, Thị Ngoạn, Introduction au Nam-Phong, 1917-1934 (Ει­σαγωγή στο Nam-Phong, 1917-1934), Σαϊγκόν: Société des études indochinoises, 1973.

Στην πραγ­ματικότητα, πέρα από τα δανει­σμένα ή ασελγή περάσματά του, το Kim-Vân-Kiêu εί­ναι πάνω απ’ όλα η ηχώ των αδικιών που υπέστη ο βιετ­ναμέζικος λαός. «Τα τραγού­δια των χωρικών μου έμαθαν την ομιλία της γιού­τας και της μου­ριάς / Κλάματα και λυγ­μοί στις εξοχές θυμίζουν πολέμους και πένθη», γράφει ο Nguyễn Du σε ένα άλλο ποί­ημα4Πρόκει­ται για το ποί­ημα «Ημέρα Καθαρής Διαύ­γειας» («Thanh minh ngẫu hứng»). Η γιορτή της Καθαρής Διαύ­γειας εί­ναι αυτή όπου οι οι­κογένειες τιμούν τους προγόνους πηγαί­νοντας, στην εξοχή, να καθαρίσουν τους τάφους τους.. Σε όλη την εποποιία εμ­φανίζεται αυτή η δονού­μενη ευαι­σθησία, συχνά σπαρακτική, ενός ποι­ητή του οποίου η καρ­διά δονεί­ται σε αρ­μονία με τον πόνο που σιγόβραζε συγκεχυμένα στις ταπει­νές μάζες, όπως μαρ­τυρά αυτό το απόσπασμα:

«Οι καλαμιές πίεζαν τις ίσες κορυφές τους στο βραχνό φύσημα του βοριά. Όλη η θλίψη ενός φθινοπωρινού ου­ρανού φαι­νόταν προορισμένη για ένα μόνο ον [την Kiều]. Κατά μήκος των νυχτερινών σταθ­μών, ενώ μια διαύ­γεια έπεφτε από το ιλιγ­γιώδες στερέωμα και τα μακρινά χάνονταν σε έναν ωκεανό ομίχλης, το φεγ­γάρι που έβλεπε την έκανε να ντρέπεται για τους όρ­κους της μπροστά στα ποτάμια και τα βου­νά.»

Nguyễn, Du, Kim-Vân-Kiêu (Κιμ-Βαν-Κιέου), μετ. από τα βιετ­ναμέζικα από τους Xuân Phúc [Paul Schneider] και Xuân Việt [Nghiêm Xuân Việt], Παρίσι: Gallimard/UNESCO, 1961.

Ένας καθρέφτης για τον λαό

Η τύχη του Kim-Vân-Kiêu ήταν τέτοια που εγκατέλειψε τον τομέα της λογοτεχνίας για να γίνει ένας καθρέφτης στον οποίο κάθε Βιετ­ναμέζος αναγνωρίζει τον εαυτό του. Ένα λαϊκό τραγούδι έχει έτσι υψώσει την ανάγνωσή του σε πραγ­ματική τέχνη του ζην, αδια­χώριστη από τις απολαύ­σεις του σοφού: «Για να εί­σαι άν­δρας, πρέπει να ξέρεις να παί­ζεις “tổ tôm”5Βιετ­ναμέζικο παι­χνίδι καρ­τών για πέντε παί­κτες. Πολύ δημοφιλές στην υψηλή κοι­νωνία, φημίζεται ότι απαι­τεί πολλή μνήμη και οξυδέρ­κεια., να πίνεις τσάι του Yunnan και να απαγ­γέλ­λεις το Kiều» (Làm trai biết đánh tổ tôm, uống trà Mạn hảo, ngâm nôm Thúy Kiều). Η δει­σιδαι­μονία μάλιστα το έχει οι­κειο­ποι­ηθεί, κάνοντας το βιβλίο μαντείο: στις στιγ­μές αβεβαιότητας, δεν εί­ναι σπάνιο να το ανοί­γουν στην τύχη για να αναζητήσουν, στους στίχους που παρου­σιάζονται, μια απάντηση της μοί­ρας. Έτσι, από το γραφείο του σοφού μέχρι την πιο ταπεινή κατοι­κία, το ποί­ημα κατάφερε να γίνει απαραί­τητο. Στον λόγιο Phạm Quỳnh οφεί­λουμε τη φόρ­μου­λα, που έμεινε διάσημη, που συνοψίζει αυτό το αί­σθημα:

«Τι έχουμε να φοβηθού­με, για τι πρέπει να ανησυχού­με; Το Kiều παραμένοντας, η γλώσσα μας θα παραμεί­νει· η γλώσσα μας παραμένοντας, η χώρα μας επιβιώνει.»

Thái, Bình, «De quelques aspects philosophiques et religieux du chef-d’œuvre de la littérature vietnamienne : le Kim-Vân-Kiêu de Nguyễn Du» (Για ορισμένες φιλοσοφικές και θρησκευ­τικές πτυχές του αριστουρ­γήματος της βιετ­ναμέζικης λογοτεχνίας: το Kim-Vân-Kiêu του Nguyễn Du), Message d’Extrême-Orient, αρ. 1, 1971, σ. 25-38· αρ. 2, 1971, σ. 85-97.

Mappemonde mettant en évidence le Japon.

Στο περιθώριο των ονείρων: Τα Φαντάσματα του Ueda Akinari

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Εί­ναι στο περιθώριο, συχνά, που φωλιάζουν οι πιο ιδιόμορ­φες ιδιο­φυΐες. Γιος άγνωστου πατέρα και πολύ γνωστής μητέρας — μιας εταί­ρας της συνοι­κίας των απολαύ­σεων —, ο Ueda Akinari (1734-1809)1Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Akinari Oueda.
Ueda Tôsaku.
Uyeda Akinari.
είδε τη μητέρα του μόνο μία φορά, όταν ήταν ήδη ώριμος άν­δρας και διάσημος συγ­γραφέας. Υιο­θετημένος από μια εμπορική οι­κογένεια της Οσάκα, η ύπαρξή του σημαδεύ­τηκε από αυ­τήν την αρ­χική ντροπή πάνω στην οποία οι εχθροί του δεν δίσταζαν να τον επιτεθούν: «Οι εχθροί μου λένε για μένα: εί­ναι παιδί παν­δοχεί­ου· ακόμη χει­ρότερα, εί­ναι κάποιος βλαστός υπερήλικου μαστροπού! Στο οποίο απαντώ: […] σε κάθε περίπτωση, εί­μαι στο βουνό μου ο μόνος στρατηγός και δεν αναγνωρίζω εκεί κανέναν ίσο μου». Σε αυτό προστίθετο μια αναπηρία στα δάχτυλα2Αναπηρία την οποία θα φέρει ως παράσημο υπογράφοντας το αριστούρ­γημά του με το ψευ­δώνυμο Senshi Kijin, δηλαδή ο Ανάπηρος με τα Παραμορ­φωμένα Δάχτυλα. που του απαγόρευε την τέλεια καλ­λιγραφία, προσανατολίζοντάς τον παραδόξως, αυ­τόν τον περήφανο νεαρό άν­δρα που δεν είχε κλίση στο εμπόριο, προς μια εμ­μονική πνευ­ματική και λογοτεχνική αναζήτηση. Από αυ­τήν την ταραγ­μένη ύπαρ­ξη, από αυ­τήν την οξεία ευαι­σθησία, θα γεν­νηθεί το αριστούρ­γημά του, τα Παραμύθια βροχής και φεγ­γαριού (Ugetsu monogatari)3Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
Contes des mois de pluie (Παραμύθια των μηνών της βροχής).
Contes de la lune vague après la pluie (Παραμύθια του ασαφούς φεγ­γαριού μετά τη βροχή).
Contes de la lune et de la pluie (Παραμύθια του φεγ­γαριού και της βροχής).
Contes de pluies et de lune (Παραμύθια βροχών και φεγ­γαριού).
Contes de la lune des pluies (Παραμύθια του φεγ­γαριού των βροχών).
Contes de lune et de pluie (Παραμύθια φεγ­γαριού και βροχής).
Contes du clair de lune et de la pluie (Παραμύθια του σεληνόφωτου και της βροχής).
Uegutsu monogatari.
.

Πηγές και όνειρα

Δημοσιευ­μένες το 1776, αυ­τές οι εν­νέα φανταστικές ιστορίες σηματοδοτούν ένα σημείο καμπής στη λογοτεχνία της εποχής Έντο. Ο Akinari, ρήγνοντας με τις «αφηγήσεις του επιπλέοντος κόσμου», επιπόλαιο εί­δος τότε στη μόδα, εγκαι­νιάζει τον τρόπο του yomihon, ή «βιβλίο ανάγνωσης», που απευ­θύνεται σε ένα καλ­λιερ­γημένο κοι­νό, στο οποίο προσφέρει έναν χώρο ονεί­ρου και απόδρασης. Η πρωτοτυπία της προσέγ­γισής του έγκει­ται σε μια αριστοτεχνική σύν­θεση μεταξύ των κινεζικών αφηγηματικών παραδόσεων και της ια­πωνικής λογοτεχνικής κληρονομιάς. Αν και αντλεί άφθονα από τις συλ­λογές φανταστικών διηγημάτων των δυναστειών Μινγκ και Τσιν­γκ, όπως τα Παραμύθια σβήνοντας το κερί (Jiandeng xinhua), δεν αρ­κεί­ται ποτέ σε μια απλή μετάφραση ή δου­λική προσαρ­μογή. Κάθε αφήγηση εί­ναι εξ ολοκλήρου ια­πωνοποι­ημένη, μεταφερ­μένη σε ένα εθνικό ιστορικό και γεωγραφικό πλαί­σιο και, κυρίως, μεταμορ­φωμένη από μια μοναδική μελαγ­χολία.

Στις ηπει­ρωτικές πηγές, ο Akinari αναμει­γνύει με τελειο­ποι­ημένη τέχνη τις αναμνήσεις της κλασικής λογοτεχνίας της χώρας του. Η επιρ­ροή του θεάτρου νο εί­ναι παντού αι­σθητή, όχι μόνο στις χει­ρονομίες και τις φυσιο­γνωμίες — εκ­δικητικά πνεύ­ματα, φαντάσματα πολεμιστών, απελ­πισμένες ερωτευ­μένες —, αλλά και στην ίδια τη σύν­θεση των παραμυθιών, που διευ­θετούν επιδέξια την απομάκρυνση από τον κόσμο και τη δραματική εξέλιξη μέχρι την εμ­φάνιση του υπερ­φυσικού. Ομοί­ως, η κομψή και αν­θισμένη πεζογραφία (gabun) εί­ναι ένας ζωντανός φόρος τιμής στη χρυσή εποχή της περιόδου Χεϊάν, και ιδιαί­τερα στην Η ιστορία του Γκέν­τζι (Genji monogatari).

Μια φαντασματική ανθρωπότητα

Αυτό που εντυπωσιάζει στα Παραμύθια βροχής και φεγ­γαριού εί­ναι ότι ο κόσμος των πνευ­μάτων δεν εί­ναι ποτέ εντελώς αποκομ­μένος από αυ­τόν των ζωντανών. Μακριά από το να εί­ναι απλά τέρατα, τα φαντάσματα του Akinari εί­ναι προι­κισμένα με μια σύν­θετη προσωπικότητα, συχνά πλου­σιότερη και πιο πρωτότυπη από αυ­τήν των αν­θρώπων που έρ­χονται να στοι­χειώσουν. Οι εμ­φανίσεις τους υποκινού­νται από ισχυρά αν­θρώπινα συναι­σθήματα: η πιστότητα μέχρι τον θάνατο και πέρα από αυ­τόν, ο προδομένος έρωτας, η καταβροχθιστική ζήλια ή το ανεξίτηλο μίσος. Το φάντασμα εί­ναι συχνά μόνο η προέκταση ενός πάθους που δεν μπόρεσε να ικανοποι­ηθεί ή να κατευ­ναστεί στον επίγειο κόσμο. Η φωνή του, που έρ­χεται από τον τάφο, μας μιλά με ανησυχητική νεωτερικότητα για εμάς τους ίδιους.

Έτσι η Miyagi, η εγκαταλελειμ­μένη σύζυγος που, στο Το σπίτι στα καλάμια, περιμένει επτά χρόνια την επιστροφή του συζύγου της που έφυγε να κάνει περιου­σία. Πεθαί­νοντας από εξάντληση και θλίψη, του εμ­φανίζεται μια τελευ­ταία νύχτα πριν γίνει απλώς ένας τάφος πάνω στον οποίο βρίσκουμε αυτό το σπαρακτικό ποί­ημα:

«Έτσι ήταν,
Το ήξερα και όμως η καρ­διά μου
Νανου­ριζόταν με ψευ­δαι­σθήσεις:
Σε αυ­τόν τον κόσμο, μέχρι αυ­τήν την ημέρα,
Ήταν λοι­πόν αυ­τή, η ζωή που έζησα;»

Ueda, Akinari. Contes de pluie et de lune (Παραμύθια βροχής και φεγ­γαριού) (Ugetsu monogatari), μετάφρ. από τα ια­πωνικά René Sieffert. Παρίσι: Gallimard, σειρά «Connaissance de l’Orient. Série japonaise», 1956.

Το φανταστικό στον Akinari δεν εί­ναι λοι­πόν ένα απλό ελατήριο τρόμου· εί­ναι ο μεγεθυντικός καθρέφτης των βασάνων της ψυχής. Τα φαντάσματα έρ­χονται να υπεν­θυμίσουν στους ζωντανούς τις παραλεί­ψεις τους, την ηθική συνέπεια των πράξεών τους. Η εκ­δίκηση μιας απατημένης συζύγου ή η αφοσίωση ενός φίλου που αυ­τοκτονεί για να κρατήσει την υπόσχεσή του εί­ναι τόσες παραβολές για τη δύναμη των δεσμεύ­σεων και τη μοι­ραιότητα των παθών.

Ο Σμιλευτής των χιμαιρών

Το ύφος του Akinari εί­ναι αναμ­φίβολα αυτό που προσ­δίδει στο έργο τη διάρ­κειά του. Συν­δυάζει την ευ­γένεια της κλασικής γλώσ­σας με μια αί­σθηση ρυθ­μού κληρονομημένη από το νο, δημιουρ­γώντας μια ιδιαί­τερη μου­σική που μαγεύει τον αναγνώστη. Ο ίδιος ο τίτλος, Ugetsu, «βροχή και φεγ­γάρι», μεταφράζει αυ­τήν τη μαγευ­τική μελωδία σε μια ει­κόνα — αυ­τήν ενός σεληνόφωτου που θολώνει στον ψίθυρο μιας ψιλής βροχής, δημιουρ­γώντας ένα ιδανικό πλαί­σιο για τις εκ­δηλώσεις του υπερ­φυσικού, έναν φασματικό κόσμο όπου τα σύνορα μεταξύ ονεί­ρου και πραγ­ματικότητας εξαφανίζονται.

Ανεξάρ­τητος καλ­λιτέχνης, ο Akinari χρειάστηκε σχεδόν δέκα χρόνια για να γυα­λίσει το αριστούρ­γημά του, σημάδι της σημασίας που του απέδιδε. Μια πνευ­ματική ανεξαρ­τησία που εκ­δηλώθηκε επίσης στις έντονες πολεμικές του με τον άλλο μεγάλο λόγιο της εποχής του, τον Motoori Norinaga, εθνικιστή πριν την ώρα του. Ενώ ο τελευ­ταίος ανήγαγε τους προγονικούς μύθους της Ια­πωνίας σε «μοναδική αλήθεια», ο Akinari χλεύ­αζε αυτό το ιδεώδες ισχυριζόμενος ότι «σε κάθε χώρα, το πνεύμα του έθνους εί­ναι η δυσωδία του». Έτσι, αυ­τός ο γιος εταί­ρας κατάφερε, με τη μόνη δύναμη της τέχνης του, να επιβληθεί ως κεντρική φιγού­ρα, ένας «τέλειος αναρ­χικός»4Η έκ­φραση εί­ναι του Alfred Jarry για τον Ubu, αλλά θα μπορού­σε, με μια τολ­μηρή αναλογία, να χαρακτηρίσει το πνεύμα πλήρους ανεξαρ­τησίας του Akinari. που, παί­ζοντας με τις συμ­βάσεις, ανύψωσε το φανταστικό παραμύθι σε έναν βαθμό απαράμιλ­λης φινέτσας. Οι ιδιο­μορ­φίες του, που απαι­τού­σαν ιδιαί­τερο θάρ­ρος σε μια ια­πωνική κοι­νωνία που ανήγαγε τη συμ­μόρ­φωση σε υπέρ­τατη αρετή, δεν απέτυχαν να γοη­τεύ­σουν τον Mishima Yukio, ο οποίος εξομολογεί­ται στο Η σύγ­χρονη Ια­πωνία και η σαμου­ράι ηθική (Hagakure nyūmon) ότι είχε πάρει μαζί του το έργο του Akinari «κατά τη διάρ­κεια των βομ­βαρ­δισμών» και θαύ­μαζε πάνω απ’ όλα τον «σκόπιμο αναχρονισμό του». Τα Παραμύθια βροχής και φεγ­γαριού δεν εί­ναι απλώς μια αν­θολογία του εί­δους· εί­ναι μια επανεφευ­ρημένη ει­κόνα της αφήγησης με ια­πωνικό τρόπο, όπου το θαυ­μαστό και το μακάβριο ανταγωνίζονται την πιο λεπτή ποί­ηση, αφήνοντας τον αναγνώστη υπό τη διαρκή γοη­τεία ενός παράξενου και υπέροχου ονεί­ρου.

Mappemonde mettant en évidence l’Iran et la France.

Από το Ισπαχάν στο Μενιλμοντάν: Η Διαδρομή του Ali Erfan

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Η Ανατολή, με τα μυστήριά της και τα βάσανά της, ανέκαθεν τροφοδοτούσε τη δυτική φαντασία. Αλλά τι γνωρίζουμε πραγ­ματικά για τη σύγ­χρονη Περ­σία, για αυτή τη γη της ποί­ησης που έγινε το θέατρο μιας επανάστασης που ανέτρεψε την τάξη του κόσμου; Ένα παράθυρο σε αυτό το Ιράν γεμάτο αντιφάσεις μας ανοί­γει το έργο του Ali Erfan, συγ­γραφέα και κινηματογραφιστή1Κινηματογραφιστής: Ένα επει­σόδιο απει­κονίζει τις άμεσες απει­λές που βάρυναν τον καλ­λιτέχνη και επίσπευ­σαν την εξορία του. Όταν η δεύ­τερη ται­νία του προβλήθηκε στο Ιράν, ο υπουρ­γός Πολιτισμού, παρών στην αί­θου­σα, δήλωσε στο τέλος: «Ο μόνος λευ­κός τοί­χος στον οποίο δεν έχουμε ακόμη χύσει το αίμα των ακάθαρ­των, εί­ναι η οθόνη του κινηματογράφου. Αν εκτελέσουμε αυ­τόν τον προδότη και αυτή η οθόνη γίνει κόκ­κινη, όλοι οι κινηματογραφιστές θα καταλάβουν ότι δεν μπορεί κανείς να παί­ζει με τα συμ­φέροντα του μου­σουλ­μανικού λαού». που γεν­νήθηκε στο Ισπαχάν το 1946, και αναγκάστηκε σε εξορία στη Γαλ­λία από το 1981. Το έργο του, γραμ­μένο σε μια γαλ­λική γλώσσα που την έκανε δική του, εί­ναι μια συγκλονιστική μαρ­τυρία σπάνιας λεπτότητας για την τραγωδία ενός λαού και την κατάσταση του εξόριστου.

Η Γραφή ως αντίσταση

Στην τέχνη του να εξετάζει τις ψυχές που βασανίζονται από την τυραν­νία και την παραλογία του φανατισμού, πολ­λοί βλέπουν στον Ali Erfan τον άξιο κληρονόμο του μεγάλου Sadegh Hedayat2Sadegh Hedayat: Πατέρας των σύγ­χρονων ιρανικών γραμ­μάτων, θαμ­μένος στο Père-Lachaise, στο Παρίσι.. Η γραφή του, αμεί­λικτα ωμή, μας βυθίζει σε ένα σκοτεινό και καταπιε­στικό σύμπαν, σχεδόν καφ­κικό — αυτό μιας κοι­νωνίας παραδομένης στον τρόμο που εγκαθίδρυσε η «παραι­σθησιο­γόνος φιλοσοφία των ιμάμηδων»: είτε πρόκει­ται για τις διω­κόμενες γυναί­κες του Ma femme est une sainte (Η γυναίκα μου εί­ναι αγία), τους καταπιε­σμένους καλ­λιτέχνες του Dernier Poète du monde (Ο Τελευ­ταίος Ποι­ητής του κόσμου) ή τις καταραμένες μορ­φές των Damnées du paradis (Οι Καταραμένες του παραδεί­σου). Ο θάνατος που δια­ποτίζει αυ­τές τις αφηγήσεις δεν εί­ναι μόνο αυ­τός της βίας, αλλά του ολοκληρωτικού Κράτους που τη γεν­νά, αυτό το οι­κοδόμημα που, για να υψωθεί, χρειάζεται ένα τσιμέντο από σώματα. Εί­ναι το ίδιο τσιμέντο που βρίσκουμε στο Sans ombre (Χωρίς σκιά), μια ισχυρή μαρ­τυρία για τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, αυτό το «φρικτό σφαγείο», συγκρίσιμο με τις μάχες των χαρακωμάτων του Μεγάλου Πολέμου, που ήπιε το αίμα εκατοντάδων χιλιάδων αν­δρών:

«Υπήρ­χαν επίσης εθελοντές που, με την ιδέα να πεθάνουν, έσκαβαν το έδαφος για να κάνουν τρύπες σαν τάφους, που τις αποκαλού­σαν “νυφικό θάλαμο για τους εραστές του Θεού”.

Αλλά δεν είχε σημασία το νόημα που ο καθένας έδινε στην προσωρινή του κατοι­κία· έπρεπε να σκάψει την τρύπα του προς την κατεύ­θυνση της Μέκ­κας και όχι σε σχέση με τον εχθρό που ήταν απέναντι.»

Erfan, Ali. Sans ombre (Χωρίς σκιά), La Tour-d’Aigues: Éditions de l’Aube, coll. «Regards croisés», 2017.

Αν ο Ali Erfan δεν έχει τη χαρά να πιστεύ­ει, αυτό εί­ναι το ελάτ­τωμά του, ή μάλ­λον η δυστυχία του. Αλλά αυτή η δυστυχία οφεί­λεται σε μια πολύ σοβαρή αι­τία, θέλω να πω τα εγκλήματα που είδε να δια­πράτ­τονται στο όνομα μιας θρησκείας της οποίας οι διδασκαλίες έχουν δια­στρεβλωθεί και εκτραπεί από το αληθινό τους νόη­μα, με την πίστη να γίνεται τρέλα:

«Άνοιξε χωρίς βια­σύνη έναν από τους χοντρούς φακέλους, έβγαλε ένα φυλ­λάδιο, το εξέτασε, και ξαφ­νικά φώναξε:

— Κλεί­στε αυτή τη γυναίκα σε ένα σάκο από λινάτσα, και πετάξτε της πέτρες μέχρι να ψοφήσει σαν σκυλί. […]

Και συνέχισε, επαναλαμ­βάνοντας την ίδια χει­ρονομία, πετώντας το γραπτό εκεί­νου που είχε ταξιδέψει προς το Θεό, αρ­πάζοντας ένα άλλο […]. Σηκώθηκε απότομα, όρ­θιος πάνω στο τραπέζι, και φώναξε σαν τρελός:

— Να στραγ­γαλίσει ο πατέρας τον γιο του με τα ίδια του τα χέρια…»

Erfan, Ali. Le Dernier Poète du monde (Ο Τελευ­ταίος Ποι­ητής του κόσμου), μετάφρ. από τα περ­σικά από τον συγ­γραφέα και τη Michèle Cristofari, La Tour-d’Aigues: Éditions de l’Aube, coll. «L’Aube poche», 1990.

Περί εξορίας και μνήμης

Η εξορία εί­ναι μια πληγή που ποτέ δεν κλεί­νει εντελώς. Στο Adieu Ménilmontant (Αντίο Μενιλ­μοντάν), ο Ali Erfan εγκαταλεί­πει για λίγο τη γενέτειρα Περ­σία του για να μας μιλήσει για τη Γαλ­λία, τη γη που τον υποδέχτηκε. Το μυθιστόρημα εί­ναι ένας φόρος τιμής στην οδό Μενιλ­μοντάν, αυτή την κοσμοπολίτικη συνοι­κία του Παρισιού όπου έζησε και άσκησε το επάγ­γελμα του φωτογράφου. Εί­ναι ένα τρυφερό και μερικές φορές σκληρό χρονικό της ζωής των «χαμένων του κόσμου», αυ­τών των παριών της ζωής που, όπως κι εκεί­νος, προσάραξαν σε αυτό το καταφύγιο. Ωστόσο, ακόμη και στη Γαλ­λία, το Ιράν δεν εί­ναι ποτέ μακριά. Οι μυρωδιές, οι ήχοι, τα πρόσωπα, όλα θυμίζουν τη χαμένη Ανατολή. Μια μνήμη που, για να παλέψει ενάντια στη λήθη, επιλέγει από το παρελ­θόν τα πιο εξέχοντα χαρακτηριστικά.

Κάθε φορά που αναλαμ­βάνει να γράψει, ο Ali Erfan αναζητά τον χρόνο της πρώτης του νιότης. Γεύ­εται την έκ­σταση της ανάμνησης, την ευ­χαρίστηση να ξαναβρίσκει τα χαμένα και ξεχασμένα πράγ­ματα στη μητρική γλώσ­σα. Και, καθώς αυτή η ανακτημένη μνήμη δεν αφηγεί­ται πιστά αυτό που συνέβη, αυτή εί­ναι ο πραγ­ματικός συγ­γραφέας· και ο Ali Erfan εί­ναι ο πρώτος της αναγνώστης:

«Τώρα, γνωρίζω τη γλώσσα της [τα γαλ­λικά]. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω. […] Η κυρία λέει: “Αγάπη μου, πες: για­σεμί”. Δεν θέλω. Θέλω να προφέρω το όνομα του λου­λου­διού που ήταν στο σπίτι μας. Πώς το έλεγαν; Γιατί δεν θυμάμαι; Αυτό το μεγάλο λου­λούδι που φύτρωνε στη γωνία της αυ­λής. Που ανέβαι­νε, που γύριζε. Σκαρ­φάλωνε πάνω από την πόρτα του σπιτιού μας, και έπεφτε στον δρόμο. […] Πώς το έλεγαν; Μύριζε ωραία. Η κυρία λέει ξανά: “Πες, αγάπη μου”. Εγώ, κλαίω, κλαίω…»

Erfan, Ali. Le Dernier Poète du monde (Ο Τελευ­ταίος Ποι­ητής του κόσμου), μετάφρ. από τα περ­σικά από τον συγ­γραφέα και τη Michèle Cristofari, La Tour-d’Aigues: Éditions de l’Aube, coll. «L’Aube poche», 1990.

Το έργο του Ali Erfan, ταυ­τόχρονα μοναδικό και οι­κου­μενικό, μας βυθίζει σε μια καταπιε­στική Ανατολή, όπου βαραί­νει το μολύβδινο καπάκι μιας πλοκαμώδους θεοκρατίας. Βέβαια, θα μπορούσε κανείς να φοβηθεί ότι ο συγ­γραφέας της εξορίας, παρά τη θέλησή του, χρησιμεύει μόνο στο να τρέφει τα στερεότυπα της “δυτικής ισλαμοφοβίας” — μια θέση στην καρ­διά του “Εί­ναι η λογοτεχνία της εξορίας μια ελάσ­σων λογοτεχνία;” του Hessam Noghrehchi. Αλλά όποιος θα έβλεπε μόνο αυτή την πλευρά των πραγ­μάτων θα έχανε το ου­σιώδες· διότι ανέκαθεν, ο περ­σικός πολιτισμός έκανε τον χωρισμό και την εξορία πηγή του πιο αγνού του τραγου­διού. Αυτό εί­ναι το μάθημα του φλάου­του του Ρου­μί, του οποίου η υπέροχη μου­σική γεν­νιέται από το στέλεχός του που ξεριζώθηκε από τον γενέθλιο καλαμώνα του: “Άκουσε το καλάμινο φλάουτο να διηγεί­ται μια ιστορία· θρηνεί για τον χωρισμό: ’Από τότε που με έκοψαν από τον καλαμώνα, το παράπονό μου κάνει τον άν­δρα και τη γυναίκα να στενάζουν’”. Η φωνή του Ali Erfan, όπως αυ­τού του φλάου­του, δεν γεν­νιέται λοι­πόν παρά το ρήγ­μα, αλλά ακριβώς μέσω αυ­τού, μετου­σιώνοντας τη βαναυ­σότητα του πραγ­ματικού σε μια συγκινητική μελωδία.

Mappemonde mettant en évidence le Sénégal, la France, le Cameroun et la Guinée.

Coups de pilon του David Diop, ή ο Λόγος που έγινε σάρκα και οργή

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

Το έργο του David Diop (1927-1960)1Απορ­ριφθεί­σες μορ­φές:
David Mandessi Diop.
David Léon Mandessi Diop.
David Diop Mendessi.
David Mambessi Diop.
Να μην συγ­χέεται με:
David Diop (1966-…), συγ­γραφέας και πανεπιστημια­κός, κάτοχος του βραβείου Goncourt των λυκείων το 2018 για το μυθιστόρημά του Frère d’âme (Αδελφή ψυχή).
, τόσο σύντομο όσο και εκ­θαμ­βωτικό, παραμένει μία από τις πιο συγκλονιστικές μαρ­τυρίες της ποί­ησης της μαχητικής négritude. Η μοναδική του συλ­λογή, Coups de pilon (Χτυπήματα γου­δοχεριού) (1956), αντηχεί με αμεί­ωτη δύναμη, σφυροκοπώντας τις συνει­δήσεις και εξυμνώντας την ακλόνητη ελ­πίδα μιας όρ­θιας Αφρικής. Γεν­νημένος στο Μπορ­ντό από Σενεγαλέζο πατέρα και Καμερου­νέζα μητέρα, ο Diop έζησε την Αφρική λιγότερο μέσω της εμπει­ρίας μιας παρατεταμένης δια­μονής παρά μέσω του ονεί­ρου και της κληρονομιάς, κάτι που δεν αφαι­ρεί τίποτα από τη δύναμη ενός λόγου που κατάφερε να γίνει η ηχώ των βασάνων και των εξεγέρ­σεων ολόκληρης ηπεί­ρου.

Μια ποίηση της εξέγερσης

Η ποί­ηση του Diop εί­ναι πρωτίστως μια κραυ­γή. Μια κραυγή άρ­νησης απέναντι στην αποι­κιακή αδικία, μια κραυγή πόνου απέναντι στην ταπεί­νωση του λαού του. Με άμεσο ύφος, απογυμνωμένο από κάθε περιττό στολίδι, ο ποι­ητής εκτοξεύει τις αλήθειες του σαν «χτυπήματα γου­δοχεριού» προορισμένα, σύμ­φωνα με τα ίδια του τα λόγια, να «σκίσουν τα τύμπανα εκεί­νων που δεν θέλουν να ακού­σουν και να χτυπήσουν σαν μαστιγώματα πάνω στους εγωισμούς και τους κομ­φορ­μισμούς της τάξης». Κάθε ποί­ημα εί­ναι ένα κατηγορητήριο που καταγράφει τον αι­ματηρό απολογισμό της κηδεμονικής εποχής. Έτσι, στους «Γύπες», καταγ­γέλ­λει την υποκρισία της πολιτιστικής αποστολής:

«Εκεί­νον τον καιρό
Με χτυπήματα στόματος πολιτισμού
Με χτυπήματα αγια­σμού στα εξημερωμένα μέτωπα
Οι γύπες έχτιζαν στη σκιά των νυχιών τους
Το αι­ματηρό μνημείο της κηδεμονικής εποχής.»

Diop, David, Coups de pilon (Χτυπήματα γου­δοχεριού), Παρίσι: Présence africaine, 1973.

Η βία εί­ναι πανταχού παρού­σα, όχι μόνο στη θεματική, αλλά και στον ίδιο τον ρυθμό της φράσης, νηφάλιο και κοφτερό σαν λεπίδα. Το διάσημο και λακωνικό ποί­ημα «Ο Και­ρός του Μαρ­τυρίου» εί­ναι η πιο συγκινητική απει­κόνισή της, πραγ­ματική λιτανεία της αποστέρησης και του αποι­κια­κού εγκλήματος: «Ο Λευ­κός σκότωσε τον πατέρα μου / Γιατί ο πατέρας μου ήταν περήφανος / Ο Λευ­κός βίασε τη μητέρα μου / Γιατί η μητέρα μου ήταν όμορφη». Αυ­τοί οι στίχοι χωρίς επιτήδευ­ση, που δίνουν στο κεί­μενο τη δια­περαστική του δύναμη, μπόρεσαν να αποπροσανατολίσουν ορισμένους κριτικούς. Ο Sana Camara βλέπει για παράδειγμα μια «απλότητα του ύφους που αγ­γίζει τη φτώχεια, ακόμη κι αν ο ποι­ητής προσπαθεί να μας αιχ­μαλωτίσει με την ει­ρωνεία των γεγονότων». Ωστόσο, εί­ναι αναμ­φίβολα σε αυτή την οι­κονομία μέσων, αυτή την άρ­νηση του τεχνάσματος, που η βιαιότητα του λόγου φτάνει στο αποκορύφωμά της.

Η Αφρική στην καρδιά του λόγου

Αν η εξέγερση εί­ναι ο κινητήρας της γραφής του, η Αφρική εί­ναι η ψυχή της. Εί­ναι αυτή η εξιδανικευ­μένη μητέρα γη, που δια­κρίνεται μέσα από το πρίσμα της νοσταλ­γίας και του ονεί­ρου. Η εναρ­κτήρια αποστροφή του ποι­ήματος «Αφρική» — «Αφρική, Αφρική μου» — εί­ναι μια δια­κήρυξη ανήκειν και καταγωγής. Αυτή την Αφρική, ομολογεί ότι δεν την έχει «ποτέ γνωρίσει», αλλά το βλέμμα του εί­ναι «γεμάτο από το αίμα σου». Εί­ναι εναλ­λάξ η αγαπημένη και προσβεβλημένη μητέρα, η χορεύ­τρια με το σώμα από «μαύρη πιπεριά», και η αγαπημένη γυναί­κα, η Rama Kam, της οποίας η αι­σθησιακή ομορ­φιά εί­ναι εξύμνηση ολόκληρης της φυλής.

Εί­ναι σε αυτή την ονει­ρευτή Αφρική που ο ποι­ητής αντλεί τη δύναμη της ελ­πίδας. Στην απελ­πισία που του εμπνέει η «πλάτη που κυρ­τώνει / Και ξαπλώνει κάτω από το βάρος της ταπει­νότητας», μια φωνή απαντά, προφητική:

«Ορ­μητικέ γιε, αυτό το δέντρο το γερό και νέο
Αυτό το δέντρο εκεί κάτω
Υπέροχα μόνο στη μέση των λευ­κών και μαραμένων λου­λου­διών
Εί­ναι η Αφρική, η Αφρική σου που ξαναφυτρώνει
Που ξαναφυτρώνει υπομονετικά πει­σματικά
Και της οποίας οι καρ­ποί έχουν σιγά σιγά
Την πικρή γεύση της ελευ­θερίας.»

Diop, David, Coups de pilon (Χτυπήματα γου­δοχεριού), Παρίσι: Présence africaine, 1973.

Ένας μαχητικός ανθρωπισμός

Το να περιο­ρίσουμε το έργο του Diop σε έναν «αντιρατσιστικό ρατσισμό»2Sartre, Jean-Paul, «Orphée noir» (Μαύ­ρος Ορ­φέας), πρόλογος στην Anthologie de la nouvelle poésie nègre et malgache de langue française (Αν­θολογία της νέας νέγρικης και μαλ­γασικής ποί­ησης γαλ­λικής έκ­φρασης) του L. S. Senghor, Παρίσι: Presses universitaires de France, 1948., για να χρησιμοποι­ήσουμε τη φράση του Sartre, θα σήμαινε να παραγνωρίσουμε την παγκόσμια εμ­βέλειά του. Αν η καταγ­γελία της καταπίεσης του Μαύ­ρου εί­ναι το σημείο εκ­κίνησης, ο αγώνας του Diop αγκαλιάζει όλους τους καταραμένους της γης. Η ποί­ησή του εί­ναι μια κραυγή που υψώνεται «από την Αφρική στις Αμερικές» και η αλ­ληλεγ­γύη του εκτεί­νεται στον «λιμενερ­γάτη του Σουέζ και τον κούλι του Ανόι», στον «Βιετ­ναμέζο ξαπλωμένο στον ορυζώνα» και στον «κατάδικο του Κον­γκό αδελφό του λυν­τσαρισμένου της Ατλάντα».

Αυτή η αδελ­φοσύνη στη δυστυχία και τον αγώνα εί­ναι το σημάδι ενός βαθιού αν­θρωπισμού. Ο ποι­ητής δεν αρ­κεί­ται στο να καταριέται, καλεί σε συλ­λογική δράση, στην ομόφωνη άρ­νηση που εν­σαρ­κώνει η τελική προσταγή του «Πρόκληση στη δύναμη»: «Σήκω και φώναξε: ΟΧΙ!». Για­τί, τελικά, πέρα από τη βία του λόγου, το τραγούδι του David Diop «καθοδηγεί­ται μόνο από την αγάπη», την αγάπη μιας ελεύ­θερης Αφρικής μέσα σε μια συμ­φιλιω­μένη αν­θρωπότητα.

Το έργο του David Diop, που κόπηκε στην ακμή του από έναν τραγικό θάνατο που μας στέρησε τα μελ­λοντικά του χει­ρόγραφα, δια­τηρεί μια καυτή επικαι­ρότητα. Ο Léopold Sédar Senghor, ο παλιός του δάσκαλος, ήλ­πιζε ότι με την ηλικία, ο ποι­ητής θα πήγαινε «εξανθρωπιζόμενος». Μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι αυ­τός ο αν­θρωπισμός ήταν ήδη στην καρ­διά της εξέγερ­σής του. Το Coups de pilon (Χτυπήματα γου­δοχεριού) παραμένει ένα ου­σιώδες κεί­μενο, ένα κλασικό έργο της αφρικανικής ποί­ησης, ένα εφόδιο για όλες τις νεολαίες που διψούν για δικαιο­σύνη και ελευ­θερία.

«Αυτό εί­ναι ήδη πολύ για ένα έργο εν τέλει αρ­κετά περιο­ρισμένο, για ένα πρώτο και — αλίμονο — τελευ­ταίο έρ­γο. Αλλά υπάρ­χουν κεί­μενα που πηγαί­νουν στο βάθος των πραγ­μάτων και μιλούν σε ολόκληρο το εί­ναι. Λυρική, συναι­σθηματική, έκ­φραση μιας προσωπικής απαί­τησης και ορ­γής, αυτή η ποί­ηση „εκτοξευ­μένη σοβαρά στην επίθεση των χιμαι­ρών“ […] εί­ναι από εκεί­νες που, αιω­νίως, για να λογοκλοπήσουμε τον Césaire, θα προκαλούν „τους δου­λοπρεπείς της τάξης“ [δηλαδή τους πράκτορες της καταστολής], από εκεί­νες που […] πάντα πει­σματικά, θα υπεν­θυμίζουν ότι „το έργο του αν­θρώπου μόλις αρ­χίζει“, ότι η ευ­τυχία εί­ναι πάντα προς κατάκτηση, πιο όμορφη και πιο δυνατή.»

Société africaine de culture (επιμ.), David Diop, 1927-1960 : témoignages, études (David Diop, 1927-1960: μαρ­τυρίες, μελέτες), Παρίσι: Présence africaine, 1983.