Ακουταγκάουα Ριουνοσούκε, ή η ομορφιά του έσχατου βλέμματος
Μεταφρασμένο από τα γαλλικά • ελληνικά (grec)
«Μια αόριστη ανησυχία. » (Bon’yari shita fuan.) Αυτές οι λέξεις, χαραγμένες βιαστικά από τον Ακουταγκάουα Ριουνοσούκε1Απορριπτόμενοι τύποι:
Acutagawa Ryunosuche.
Akutagawa Riunoské.
Akoutagawa Ryunosouké.
Akoutagaoua Ryounosouké.
Akoutagava Ryounosouke. προτού απορροφήσει το δηλητήριο, την αυγή της 24ης Ιουλίου 1927, είναι σαν το κλειδί όλων των γραπτών του. Ήταν τριάντα πέντε ετών. Άφηνε πίσω του κάπου εκατόν πενήντα διηγήματα, όπου « η λαμπρότητα της τέχνης και τα βάσανα της ύπαρξης συνωμοτούν ώστε να προσδώσουν στο έργο του μιαν αύρα αμίμητη »2Zhao Yujiao, στη μετάφρασή της του Ρασόμον: επιλογή διηγημάτων του Ακουταγκάουα Ριουνοσούκε (罗生门:芥川龙之介短篇小说选), Κουνμίνγκ : Λαϊκές Εκδόσεις του Γιουνάν, 2015. Μτφρ. από τα κινεζικά δική μου. — και την κατάπληξη μιας Ιαπωνίας που προαισθανόταν σκοτεινά, μέσα σ’ αυτόν τον θάνατο, το τέλος μιας εποχής.
Στο σπίτι του Άδη
Πολλοί καλλιεργημένοι Ιάπωνες διήλθαν, στα νιάτα τους, από μια περίοδο έντονα σημαδεμένη από αυτόν τον διακριτικά διανοούμενο συγγραφέα, χρωματισμένον από μιαν ανέμελη ειρωνεία, ο οποίος όμως, κάτω από τα αδιάφορα προσχήματα, δύσκολα κρύβει κάτι το νευρικό, το ανήσυχο, το ανασφαλές, παρόμοιο μ’ εκείνες τις εταίρες που το φιλόφρον χαμόγελό τους δεν κατορθώνει να συγκαλύψει τη δυσφορία η οποία υποβόσκει στα ενδόμυχά τους και η οποία, σε μια δεδομένη στιγμή, ξεπηδά στην επιφάνεια της ύπαρξης για να την κατακλύσει. Έτσι, από τον αινιγματικό αυτοχειριασμό του, η ψυχή του Ακουταγκάουα στοιχειώνει τα ιαπωνικά γράμματα. Ο Έντο Σουσάκου αναφέρει τούτο το έμμονο όνειρο:
« Βρισκόμουν σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, αντικριστά στον Ακουταγκάουα Ριουνοσούκε. Στεκόταν μπροστά μου χωρίς να λέει λέξη, με το κεφάλι σκυμμένο και τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο ξεφτισμένο γκρίζο κιμονό του. Σηκώθηκε απότομα, παραμέρισε το μπαμπού παραπέτασμα πίσω του και μπήκε στο διπλανό δωμάτιο. Ήξερα πως επρόκειτο για τον κόσμο των νεκρών. […] Τότε ήταν που ξύπνησα. Γιατί λοιπόν έβλεπα συχνά τόσο νοσηρά όνειρα; Στο πλευρό μου, η σύζυγός μου κοιμόταν ήρεμα. »
Endô, Shûsaku, Une femme nommée Shizu : nouvelles (Μια γυναίκα ονόματι Σίζου: διηγήματα), μτφρ. από τα ιαπωνικά υπό Minh Nguyen-Mordvinoff, Παρίσι : Denoël, coll. « Empreinte », 1997.
Πώς να μη σκεφτεί κανείς την Ιλιάδα, όταν ο Αχιλλέας βλέπει στον ύπνο του τη σκιά του Πατρόκλου και τεντώνει τα χέρια για να τη συλλάβει, μάταια: « Η ψυχή είχε χαθεί κάτω από τη γη, σαν καπνός […] / Αλίμονο! υπάρχει λοιπόν, ακόμη και στο σπίτι του Άδη, / Μια ψυχή, ή μάλλον μια σκιά »; Έτσι επιστρέφει ο Ακουταγκάουα, σκιά οικεία, στη μνήμη ενός λαού που αρνείται να τον αφήσει να εξαφανιστεί ολόκληρος στο σπίτι του Άδη.
Υπό το σημείο του Δράκοντα
« Ο Ακουταγκάουα ονομάστηκε Ριουνοσούκε, “Γιος του Δράκοντα”, επειδή είχε γεννηθεί την 1η Μαρτίου 1892, την ώρα του Δράκοντα, την ημέρα του Δράκοντα, τον μήνα του Δράκοντα του έτους του Δράκοντα. »3Richard Collasse, Dictionnaire amoureux du Japon (Ερωτικό λεξικό της Ιαπωνίας), λήμμα « Akutagawa Ryūnosuke ». Η παραφροσύνη της μητέρας του, ενώ εκείνος δεν είναι παρά λίγων μηνών, του κληροδοτεί μάλλον τον τρόμο μιας καταραμένης κληρονομικότητας. Το παιδί το περιμαζεύει η οικογένεια της μητέρας του, παλαιά γενιά υπηρετών του σογκουνάτου, που το τρέφει με τους κινέζικους και ιαπωνικούς κλασικούς. Η σύγκρουση αυτής της παραδοσιακής Ανατολής με τη σύγχρονη Δύση — Μεριμέ, Ανατόλ Φρανς, Πόε κ.λπ. — κάνει απ’ αυτόν « [έναν] άνθρωπο κατασπαραγμένο, διχασμένο, διαμελισμένο· [έναν] άνθρωπο διπλό και αντιφατικό »4Claude Roy, στον πρόλογό του στο Rashômon et autres contes (Ρασόμον και άλλα διηγήματα).. Αυτή τη δυσκολία του είναι, κοινή στη γενιά του, τα διηγήματά του θα την αποσαφηνίσουν και θα την επιτείνουν έως ένα είδος εμμονής. Κι όμως, απ’ όλους τους Ιάπωνες συγγραφείς, κανείς δεν ήταν καλύτερα προδιατεθειμένος από τον Ακουταγκάουα να βρει καταφύγιο στην τέχνη. Περιέγραφε τον εαυτό του ως αναγνώστη, σκαρφαλωμένο στη σκάλα ενός βιβλιοπωλείου, να ζυγίζει από ψηλά τη μικρότητα των πωλητών και των πελατών που στριφογύριζαν ανάμεσα στα ράφια: « Η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει ούτε μια γραμμή του Μπωντλαίρ » (Jinsei wa ichigyô no Bôdorêru ni mo shikanai), έλεγε.
Το εκθαμβωτικό παιχνίδι του μαριονετίστα
Ο Ακουταγκάουα είχε επιβληθεί στα εικοσιτέσσερά του ως ο πρίγκιπας της σύντομης αφήγησης. Αγαπημένος μαθητής του Νατσούμε Σόσεκι, είχε μάλιστα προταθεί ως γαμπρός του δασκάλου. Τα λεγόμενα « ιστορικά » διηγήματά του — Ρασόμον, Μέσα στο δάσος (Yabu no naka) κ.λπ. —, όπου σμίγει μια αποφασιστικά νεωτερική μελαγχολία με « [τις] φωνές που κλαίνε, [τις] φωνές που γελούν » της παλιάς Ιαπωνίας, παραμένουν τα πιο ξακουστά του. Εκείνο που θαυμάζει κανείς σ’ αυτά δεν είναι διόλου η ακρίβεια του ιστορικού, αλλά οι μπουρλέσκ κούκλες, οι παγερές μαριονέτες του πλανόδιου, τις οποίες κάνει να χορεύουν στην άκρη αόρατων νημάτων με « [την] πολυτελή ερυδιτία του, [την] υπερβολικά οξεία ευαισθησία του, [την] έμφυτη αίσθηση του δράματος »5Georges Bonneau, Histoire de la littérature japonaise contemporaine (1868-1938) (Ιστορία της σύγχρονης ιαπωνικής λογοτεχνίας (1868-1938)).:
« Ο κόσμος όλος
Βαλμένος σ’ ένα κουτί
Ο κουκλοπαίχτης »
(Yo no naka wa / Hako ni iretari / Kairaishi)Chavanes, Edwige de, « Akutagawa Ryūnosuke (1892-1927) ». Στο Cinéma et littérature au Japon : de l’ère Meiji à nos jours (Κινηματογράφος και λογοτεχνία στην Ιαπωνία: από την εποχή Μέιτζι έως τις μέρες μας), υπό τη διεύθυνση του Max Tessier, Παρίσι : Centre G. Pompidou, coll. « Cinéma singulier », 1986, σ. 44-45.
Ο Ζαν-Ζακ Οριγκά σχολιάζει: « Ο συγγραφέας φαινόταν να υπεκφεύγει: δεν είχε τιτλοφορήσει άραγε συλλογές διηγημάτων του Ο κουκλοπαίχτης [Kairaishi] και Καρουζέλ σκιών [Kagetôrô]; Κι όμως, ο αναγνώστης αισθανόταν την παρουσία του σε κάθε γραμμή ». Αυτό το θέατρο σκιών φτάνει στο αποκορύφωμά του στις Μορφές της κόλασης (Jigokuhen), όπου ο ζωγράφος Γιοσιχίντε, για να ολοκληρώσει την τοιχογραφία του, ατενίζει την ίδια του την κόρη να καίγεται ζωντανή μπροστά στα μάτια του, κι έπειτα κρεμιέται. Είναι που η ολοκληρωμένη τέχνη μοιάζει με τη φλόγα που απαιτεί ζωντανή τροφή. Και ο Ακουταγκάουα θα βάλει σημείο τιμής να γίνει το εκούσιο θύμα της.
Μάρτυρας της τέχνης
« Ξαφνικά [ο κουκλοπαίχτης] εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, ανάμεσα στα σκηνικά της πραγματικής ζωής. Και, σε έργα συχνά σπαρακτικά, περιέγραψε […] τις εμμονές που, σιγά σιγά, τον κυρίευσαν και που έμελλε να τον παρασύρουν. » Το 1927, η αποσύνθεση της λογικής του κάτω από νοσηρές εμμονές, από σκυθρωπές ηδυπάθειες, υπαγορεύει τα ύστατα αριστουργήματά του: γίνεται σαρκασμός με τον Κάππα, παραίσθηση με τους Οδοντωτούς τροχούς (Haguruma), τρέλα με τη Ζωή ενός ηλίθιου (Aru ahô no isshô). « Είμαι, τελικά, ο γιος μιας τρελής », εξομολογείται στο Γράμμα σ’ έναν παλιό φίλο (Aru kyûyû e okuru shuki), γραμμένο την παραμονή του θανάτου του. Και προσθέτει: « Ίσως γελάσεις με την αντίφαση στην οποία βρίσκομαι, εγώ που, ενώ αγαπώ την ομορφιά της φύσης, αποφασίζω να αυτοκαταστραφώ. Όμως η φύση είναι ωραία επειδή καθρεφτίζεται στο έσχατο βλέμμα μου… » Ο Καβαμπάτα Γιασουνάρι κατόρθωσε να πει το τραγικό αυτής της τελικής πυράκτωσης: « Ως επί το πλείστον φιλάσθενος και εξασθενημένος, [εκείνος] φλέγεται την τελευταία στιγμή, προτού σβήσει ολότελα. »6Kawabata Yasunari, Το έσχατο βλέμμα (Matsugo no me), ανέκδοτο στα γαλλικά. Έτσι έσβησε ο Γιος του Δράκοντα, μάρτυρας της τέχνης, με τη Βίβλο ανοιχτή, υπό τον ήχο της βροχής που έπεφτε. Ο Σίγκα Ναόγια, μαθαίνοντας τον θάνατό του, είχε τούτη τη φράση θαυμαστής συγκράτησης: « Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. »











