Ακουταγκάουα Ριουνοσούκε, ή η ομορφιά του έσχατου βλέμματος

Μεταφρασμένο από τα γαλ­λικά

«Μια αόριστη ανησυχία. » (Bon’yari shita fuan.) Αυ­τές οι λέξεις, χαραγ­μένες βια­στικά από τον Ακου­ταγκάουα Ριου­νοσούκε1Απορ­ριπτόμενοι τύποι:
Acutagawa Ryunosuche.
Akutagawa Riunoské.
Akoutagawa Ryunosouké.
Akoutagaoua Ryounosouké.
Akoutagava Ryounosouke.
προτού απορ­ροφήσει το δηλητήριο, την αυγή της 24ης Ιου­λίου 1927, εί­ναι σαν το κλειδί όλων των γραπτών του. Ήταν τριάντα πέντε ετών. Άφηνε πίσω του κάπου εκατόν πενήντα διηγήματα, όπου « η λαμπρότητα της τέχνης και τα βάσανα της ύπαρ­ξης συνωμοτούν ώστε να προσ­δώσουν στο έργο του μιαν αύρα αμίμητη »2Zhao Yujiao, στη μετάφρασή της του Ρασόμον: επιλογή διηγημάτων του Ακου­ταγκάουα Ριου­νοσούκε (罗生门:芥川龙之介短篇小说选), Κουν­μίνγκ : Λαϊκές Εκ­δόσεις του Γιου­νάν, 2015. Μτ­φρ. από τα κινεζικά δική μου. — και την κατάπληξη μιας Ια­πωνίας που προαι­σθανόταν σκοτει­νά, μέσα σ’ αυ­τόν τον θάνατο, το τέλος μιας εποχής.

Στο σπίτι του Άδη

Πολ­λοί καλ­λιερ­γημένοι Ιάπωνες διήλ­θαν, στα νιάτα τους, από μια περίοδο έντονα σημαδεμένη από αυ­τόν τον δια­κριτικά δια­νοού­μενο συγ­γραφέα, χρωματισμένον από μιαν ανέμελη ει­ρωνεία, ο οποίος όμως, κάτω από τα αδιάφορα προσχήματα, δύσκολα κρύβει κάτι το νευ­ρικό, το ανήσυχο, το ανασφαλές, παρόμοιο μ’ εκεί­νες τις εταί­ρες που το φιλόφρον χαμόγελό τους δεν κατορ­θώνει να συγκαλύψει τη δυσφορία η οποία υποβόσκει στα εν­δόμυχά τους και η οποία, σε μια δεδομένη στιγ­μή, ξεπηδά στην επιφάνεια της ύπαρ­ξης για να την κατακλύσει. Έτσι, από τον αι­νιγ­ματικό αυ­τοχει­ρια­σμό του, η ψυχή του Ακου­ταγκάουα στοι­χειώνει τα ια­πωνικά γράμ­ματα. Ο Έντο Σου­σάκου αναφέρει τούτο το έμ­μονο όνει­ρο:

« Βρισκόμουν σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο, αντικριστά στον Ακου­ταγκάουα Ριου­νοσού­κε. Στεκόταν μπροστά μου χωρίς να λέει λέξη, με το κεφάλι σκυμ­μένο και τα χέρια σταυ­ρωμένα πάνω στο ξεφτισμένο γκρίζο κιμονό του. Σηκώθηκε απότομα, παραμέρισε το μπαμπού παραπέτασμα πίσω του και μπήκε στο διπλανό δωμάτιο. Ήξερα πως επρόκειτο για τον κόσμο των νεκρών. […] Τότε ήταν που ξύπνησα. Γιατί λοι­πόν έβλεπα συχνά τόσο νοσηρά όνει­ρα; Στο πλευρό μου, η σύζυγός μου κοι­μόταν ήρεμα. »

Endô, Shûsaku, Une femme nommée Shizu : nouvelles (Μια γυναίκα ονόματι Σίζου: διηγήματα), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Minh Nguyen-Mordvinoff, Παρίσι : Denoël, coll. « Empreinte », 1997.

Πώς να μη σκεφτεί κανείς την Ιλιάδα, όταν ο Αχιλ­λέας βλέπει στον ύπνο του τη σκιά του Πατρόκλου και τεντώνει τα χέρια για να τη συλ­λάβει, μάταια: « Η ψυχή είχε χαθεί κάτω από τη γη, σαν καπνός […] / Αλίμονο! υπάρ­χει λοι­πόν, ακόμη και στο σπίτι του Άδη, / Μια ψυχή, ή μάλ­λον μια σκιά »; Έτσι επιστρέφει ο Ακου­ταγκάουα, σκιά οι­κεία, στη μνήμη ενός λαού που αρ­νεί­ται να τον αφήσει να εξαφανιστεί ολόκληρος στο σπίτι του Άδη.

Υπό το σημείο του Δράκοντα

« Ο Ακου­ταγκάουα ονομάστηκε Ριου­νοσού­κε, “Γιος του Δράκοντα”, επειδή είχε γεν­νηθεί την 1η Μαρ­τίου 1892, την ώρα του Δράκοντα, την ημέρα του Δράκοντα, τον μήνα του Δράκοντα του έτους του Δράκοντα. »3Richard Collasse, Dictionnaire amoureux du Japon (Ερωτικό λεξικό της Ια­πωνίας), λήμμα « Akutagawa Ryūnosuke ». Η παραφροσύνη της μητέρας του, ενώ εκεί­νος δεν εί­ναι παρά λίγων μηνών, του κληροδοτεί μάλ­λον τον τρόμο μιας καταραμένης κληρονομικότητας. Το παιδί το περιμαζεύει η οι­κογένεια της μητέρας του, παλαιά γενιά υπηρετών του σογκου­νάτου, που το τρέφει με τους κινέζικους και ια­πωνικούς κλασικούς. Η σύγκρουση αυ­τής της παραδοσια­κής Ανατολής με τη σύγ­χρονη Δύση — Μεριμέ, Ανατόλ Φρανς, Πόε κ.λπ. — κάνει απ’ αυ­τόν « [έναν] άν­θρωπο κατασπαραγ­μένο, διχασμένο, δια­μελισμένο· [έναν] άν­θρωπο διπλό και αντιφατικό »4Claude Roy, στον πρόλογό του στο Rashômon et autres contes (Ρασόμον και άλλα διηγήματα).. Αυτή τη δυσκολία του εί­ναι, κοινή στη γενιά του, τα διηγήματά του θα την αποσαφηνίσουν και θα την επιτεί­νουν έως ένα εί­δος εμ­μονής. Κι όμως, απ’ όλους τους Ιάπωνες συγ­γραφείς, κανείς δεν ήταν καλύτερα προδια­τεθει­μένος από τον Ακου­ταγκάουα να βρει καταφύγιο στην τέχνη. Περιέγραφε τον εαυτό του ως αναγνώστη, σκαρ­φαλωμένο στη σκάλα ενός βιβλιο­πωλεί­ου, να ζυγίζει από ψηλά τη μικρότητα των πωλητών και των πελατών που στριφογύριζαν ανάμεσα στα ράφια: « Η αν­θρώπινη ζωή δεν αξίζει ούτε μια γραμμή του Μπωντλαίρ » (Jinsei wa ichigyô no Bôdorêru ni mo shikanai), έλεγε.

Το εκθαμβωτικό παιχνίδι του μαριονετίστα

Ο Ακου­ταγκάουα είχε επιβληθεί στα ει­κοσιτέσ­σερά του ως ο πρίγκιπας της σύντομης αφήγησης. Αγαπημένος μαθητής του Νατσούμε Σόσεκι, είχε μάλιστα προταθεί ως γαμπρός του δασκάλου. Τα λεγόμενα « ιστορικά » διηγήματά του — Ρασόμον, Μέσα στο δάσος (Yabu no naka) κ.λπ. —, όπου σμίγει μια αποφασιστικά νεωτερική μελαγ­χολία με « [τις] φωνές που κλαί­νε, [τις] φωνές που γελούν » της παλιάς Ια­πωνίας, παραμένουν τα πιο ξακου­στά του. Εκείνο που θαυ­μάζει κανείς σ’ αυτά δεν εί­ναι διόλου η ακρίβεια του ιστορικού, αλλά οι μπουρ­λέσκ κού­κλες, οι παγερές μαριο­νέτες του πλανόδιου, τις οποίες κάνει να χορεύ­ουν στην άκρη αόρατων νημάτων με « [την] πολυτελή ερυδιτία του, [την] υπερ­βολικά οξεία ευαι­σθησία του, [την] έμ­φυτη αί­σθηση του δράματος »5Georges Bonneau, Histoire de la littérature japonaise contemporaine (1868-1938) (Ιστορία της σύγ­χρονης ια­πωνικής λογοτεχνίας (1868-1938)).:

« Ο κόσμος όλος
Βαλ­μένος σ’ ένα κουτί
Ο κου­κλοπαί­χτης »
(Yo no naka wa / Hako ni iretari / Kairaishi)

Chavanes, Edwige de, « Akutagawa Ryūnosuke (1892-1927) ». Στο Cinéma et littérature au Japon : de l’ère Meiji à nos jours (Κινηματογράφος και λογοτεχνία στην Ια­πωνία: από την εποχή Μέιτζι έως τις μέρες μας), υπό τη διεύ­θυνση του Max Tessier, Παρίσι : Centre G. Pompidou, coll. « Cinéma singulier », 1986, σ. 44-45.

Ο Ζαν-Ζακ Οριγκά σχολιάζει: « Ο συγ­γραφέας φαι­νόταν να υπεκ­φεύ­γει: δεν είχε τιτλοφορήσει άραγε συλ­λογές διηγημάτων του Ο κου­κλοπαί­χτης [Kairaishi] και Καρου­ζέλ σκιών [Kagetôrô]; Κι όμως, ο αναγνώστης αι­σθανόταν την παρου­σία του σε κάθε γραμμή ». Αυτό το θέατρο σκιών φτάνει στο αποκορύφωμά του στις Μορ­φές της κόλασης (Jigokuhen), όπου ο ζωγράφος Γιο­σιχίντε, για να ολοκληρώσει την τοι­χογραφία του, ατενίζει την ίδια του την κόρη να καί­γεται ζωντανή μπροστά στα μάτια του, κι έπειτα κρεμιέται. Εί­ναι που η ολοκληρωμένη τέχνη μοιάζει με τη φλόγα που απαι­τεί ζωντανή τροφή. Και ο Ακου­ταγκάουα θα βάλει σημείο τιμής να γίνει το εκού­σιο θύμα της.

Μάρτυρας της τέχνης

« Ξαφ­νικά [ο κου­κλοπαί­χτης] εμ­φανίστηκε αυ­τοπροσώπως, ανάμεσα στα σκηνικά της πραγ­ματικής ζωής. Και, σε έργα συχνά σπαρακτικά, περιέγραψε […] τις εμ­μονές που, σιγά σιγά, τον κυρίευ­σαν και που έμελλε να τον παρασύρουν. » Το 1927, η αποσύν­θεση της λογικής του κάτω από νοσηρές εμ­μονές, από σκυθρωπές ηδυπάθειες, υπαγορεύει τα ύστατα αριστουρ­γήματά του: γίνεται σαρ­κασμός με τον Κάππα, παραί­σθηση με τους Οδοντωτούς τροχούς (Haguruma), τρέλα με τη Ζωή ενός ηλίθιου (Aru ahô no isshô). « Εί­μαι, τελικά, ο γιος μιας τρελής », εξομολογεί­ται στο Γράμμα σ’ έναν παλιό φίλο (Aru kyûyû e okuru shuki), γραμ­μένο την παραμονή του θανάτου του. Και προσθέτει: « Ίσως γελάσεις με την αντίφαση στην οποία βρίσκομαι, εγώ που, ενώ αγαπώ την ομορ­φιά της φύσης, αποφασίζω να αυ­τοκαταστραφώ. Όμως η φύση εί­ναι ωραία επειδή καθρεφτίζεται στο έσχατο βλέμμα μου… » Ο Καβαμπάτα Για­σου­νάρι κατόρ­θωσε να πει το τραγικό αυ­τής της τελικής πυράκτωσης: « Ως επί το πλεί­στον φιλάσθενος και εξασθενημένος, [εκεί­νος] φλέγεται την τελευ­ταία στιγ­μή, προτού σβήσει ολότελα. »6Kawabata Yasunari, Το έσχατο βλέμμα (Matsugo no me), ανέκ­δοτο στα γαλ­λικά. Έτσι έσβησε ο Γιος του Δράκοντα, μάρ­τυρας της τέχνης, με τη Βίβλο ανοι­χτή, υπό τον ήχο της βροχής που έπεφτε. Ο Σίγκα Ναόγια, μαθαί­νοντας τον θάνατό του, είχε τούτη τη φράση θαυ­μαστής συγκράτησης: « Δεν μπορούσε να κάνει αλ­λιώς. »


Για περαιτέρω εμβάθυνση

Γύρω από το « À mi-chemin de la vie de Shinsuke Daidôji » (« Στα μισά της ζωής του Σινσούκε Νταϊντότζι »)

Παραθέματα

« Ο Σιν­σούκε είχε μισήσει αυτή τη μιζέρια. Όχι, ακόμη και σήμερα δια­τηρεί στα βάθη της καρ­διάς του έναν απόηχο του μίσους εκεί­νου του και­ρού, ανεξίτηλο. Δεν μπορούσε ν’ αγοράζει βιβλία, ούτε να πηγαί­νει στα θερινά μαθήματα, ούτε να φοράει και­νού­ριο πανωφόρι. Οι σύντροφοί του όμως απολάμ­βαναν όλα αυτά τα προνόμια. Τους είχε ζηλέψει. Και μάλιστα, ενίοτε, τους είχε φθονήσει. Αυ­τόν τον φθόνο, αυτή τη ζήλια, αρ­νιόταν ωστόσο να τα παραδεχτεί. Επειδή δεν έτρεφε παρά περιφρόνηση για τις δια­νοη­τικές τους ικανότητες. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « À mi-chemin de la vie de Shinsuke Daidôji : tableau d’une psychologie » (« Στα μισά της ζωής του Σιν­σούκε Νταϊντότζι: ει­κόνα μιας ψυχολογίας »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Edwige de Chavanes. Στο Anthologie de nouvelles japonaises contemporaines. 1 (Αν­θολογία σύγ­χρονων ια­πωνικών διηγημάτων. 1), Παρίσι : Gallimard, coll. « Du monde entier », 1986.

Γύρω από το Jambes de cheval (Πόδια αλόγου)

Παραθέματα

« Ο Χαν­ζαμπούρο κυριεύ­τηκε εκ νέου από κατάπληξη. Σύμ­φωνα μ’ αυτή τη συνομιλία, πρώτον, ήταν νεκρός. Δεύ­τερον, εί­χαν ήδη περάσει τρεις μέρες. Τρίτον, τα πόδια του εί­χαν αποσυντεθεί. Όλα αυτά ήταν παράλογα. Για δες, τα πόδια του δεν τον υπάκουαν σαν… Μόλις θέλησε να προτάξει το ένα πόδι, άφησε να του ξεφύγει μια ηχηρή κραυ­γή. Όχι αδίκως. Με λευκό παντελόνι άψογης τσάκισης και παπού­τσια ασορ­τί, τα πόδια του λύγιζαν και τα δύο κάτω από τον άνεμο που έμπαινε από το παράθυρο! Μπροστά σ’ αυτό το θέαμα, ο Χαν­ζαμπούρο παραλίγο ν’ αμ­φισβητήσει τα ίδια του τα μάτια. »

Akutagawa, Ryûnosuke, Jambes de cheval (Πόδια αλόγου), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Catherine Ancelot, επίμετρο Ninomiya Masayuki, Παρίσι : Les Belles Lettres, coll. « Collection Japon. Série Fiction », 2013.

Γύρω από το « La bécassine » (« Η μπεκάτσα »)

Παραθέματα

« Ακριβώς εκείνη τη στιγ­μή, ακού­στηκαν κραυ­γές απ’ έξω· σε λίγο βια­στικά βήματα ανέβηκαν τη σκάλα, και μια στιγμή αρ­γότερα, η πόρτα άνοιξε απότομα. Πέντε ή έξι άτομα, άντρες, γυναί­κες και παι­διά, ει­σέβαλαν στο δωμάτιο, καθένας φωνάζοντας κάτι δια­φορετικό.

“Μπαμπά, τη βρήκαμε”, φώναξε χαρού­μενα ο Ίλια που βρισκόταν επικεφαλής, ανεμίζοντας την μπεκάτσα. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « La bécassine » (« Η μπεκάτσα »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Horiguchi Daigaku, Japon et Extrême-Orient (Ια­πωνία και Άπω Ανατολή), τχ. 7-8 (Ιού­λιο­ς-Αύ­γου­στος 1924), σ. 1-12.

Μεταφορτώσεις

Έντυπα έργα

Γύρω από το « La foi de Wei Cheng » (« Η πίστη του Γουέι Τσενγκ »)

Παραθέματα

« Συνοφρυώνοντας τα φρύδια με ύφος σκυθρωπό, ο Γουέι Τσενγκ άρ­χισε να δια­σχίζει με βήμα ολοένα και πιο γρήγορο την αμ­μώδη κοίτη όπου σερ­νόταν η σκιά της νύχτας. Στο μεταξύ, τα νερά του ποταμού κέρ­διζαν σιγά σιγά, πόντο τον πόντο, πόδι το πόδι, την αμ­μώδη κοί­τη, ενώ η μυρωδιά φυκιών και νερού που ανέβαινε από το ποτάμι άρ­χιζε, παγερή, να κολ­λάει στο δέρμα του. Σήκωσε τα μάτια: εκεί κάτω, πάνω από τη γέφυρα, η φωτεινή διαύ­γεια του δει­λινού ήλιου είχε ήδη σβήσει και μόνο τα κιγκλιδώματα του πέτρινου στηθαί­ου, ολόμαυ­ρα, ράβδωναν με καθαρές γραμ­μές τον γαλαζωπό από τη νύχτα ου­ρανό. Όμως η γυναίκα ακόμη δεν έρ­χεται. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « La foi de Wei Cheng » (« Η πίστη του Γουέι Τσενγκ »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Edwige de Chavanes. Στο Les noix, la mouche, le citron (Τα καρύδια, η μύγα, το λεμόνι), Αρλ : Éditions P. Picquier, 1991.

Γύρω από το La magicienne (Η μάγισσα)

Παραθέματα

« 「俊さん。」――さう云ふ声が一瞬間、信子の唇から洩れようとした。実際俊吉はその時もう、彼女の俥のすぐ側に、見慣れた姿を現してゐた。が、彼女は又ためらつた。その暇に何も知らない彼は、とうとうこの幌俥とすれ違つた。薄濁つた空、疎らな屋並、高い木々の黄ばんだ梢、――後には不相変人通りの少い場末の町があるばかりであつた。

「秋――」

信子はうすら寒い幌の下に、全身で寂しさを感じながら、しみじみかう思はずにゐられなかつた。 »

στη Wikisource 日本語, [επιγραμ­μικά], προσπελάστηκε στις 10 Ιου­λίου 2026.

« “Σου­ν-σαν!” Για ένα δευ­τερόλεπτο, αυτή η κραυγή παραλίγο να ξεφύγει από τα χείλη της. Πράγ­ματι, εκείνη τη στιγ­μή, ο Σουν­κίτσι έδειξε την οι­κεία σιλου­έτα του ακριβώς δίπλα στο αμάξι. Δίστασε ακόμη μια φορά. Εκεί­νος, χωρίς να υποψιάζεται τίποτε, προσπέρασε τελικά το σκεπαστό αμάξι. Ο γκριζωπός ου­ρανός, οι ανώμαλες στέγες των σπιτιών, ο κορ­μός των μεγάλων δέντρων που άπλωναν τα κλαδιά τους… Έπειτα δεν υπήρχε παρά το προάστιο, με τους λιγοσύχναστους δρόμους του. Κάτω από την ελαφρώς κρύα κου­κού­λα, η Νομπούκο ένιωσε με όλες τις ίνες του σώματός της τη μελαγ­χολία της φθινοπωρινής εποχής και, παρά τη θέλησή της, μια ελαφριά κραυγή ξέφυγε από τα χείλη της. »

Akutagawa, Ryûnosuke, La magicienne (Η μάγισσα), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Élisabeth Suetsugu, Αρλ : P. Picquier, 1999.

« “Σουν­σάν!” Αυτή η κραυγή επρόκειτο να ξεφύγει από το στόμα της Νομπού­κο. Πράγ­ματι, εκείνη τη στιγ­μή, η οι­κεία σιλου­έτα του ξαδέλ­φου της εμ­φανίστηκε δίπλα στο kuruma7Ό,τι κυλά, στην Ια­πωνία, εί­ναι kuruma.. Όμως η Νομπούκο δίστασε ξανά και ο Σουν­κίτι, μην υποπτευόμενος διόλου την παρου­σία της ξαδέλ­φης του, προσπέρασε το αμάξι.

Ένας ου­ρανός κατσού­φης, οι ανώμαλες στέγες ενός έρημου προαστίου, τα χρωματιστά φύλλα των ψηλών δέντρων, το τοπίο του σκοτει­νού δρόμου που ξετυλιγόταν… Και μέσα στο kuruma της, όπου γλιστρούσε ήδη ο δροσερός αέρας του βραδιού, νιώθοντας με όλο της το εί­ναι μιαν οδυνηρή μοναξιά, η Νομπούκο δεν μπόρεσε να μην πει στον εαυτό της: “Το φθινόπωρο!”. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « L’automne » (« Το φθινόπωρο »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Sioden Humiko (Shioden Fumiko), Extrême-Asie (Άπω Ασία), τχ. 46 (Απρίλιος 1930), σ. 205-212.

« Επρόκειτο η Νομπούκο να φωνάξει: “Σου­ν-σαν!” Αυτή η κραυγή παραλίγο να ξεπηδήσει από τα χείλη της. Η οι­κεία σιλου­έτα του Σου­ν-κίτσι βρισκόταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή δίπλα στο ρίκσο της. Είχε άλ­λον έναν δισταγ­μό, και ο Σου­ν-κίτσι, που δεν υποψια­ζόταν τίποτε, πέρασε.

Ο κάπως θολός ου­ρανός, τα αραιά σπίτια, οι ψηλές κιτρινισμένες κορυφές των δέντρων… Δεν απέμενε πια στον ορίζοντά της παρά η μακρινή συνοι­κία, με τον δρόμο της τον λιγοσύχναστο. “Το φθινόπωρο!”, σκέφτηκε η Νομπού­κο, κάτω από το κρύο κάλυμμα του ρίκ­σο, και η απόγνωση της μοναξιάς την κατέκλυσε απότομα ολόκληρη. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « Le nez • L’automne » (« Η μύτη • Το φθινόπωρο »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Kaze Keita, Les Œuvres libres (Τα ελεύ­θερα έργα), τχ. 106 (Μάρ­τιος 1955), σ. 108-124.

« 横浜の或亜米利加人へ雛を売る約束の出来たのは十一月頃のことでございます。紀の国屋と申したわたしの家は親代々諸大名のお金御用を勤めて居りましたし、殊に紫竹とか申した祖父は大通の一人にもなつて居りましたから、雛もわたしのではございますが、中々見事に出来て居りました。 »

στο Aozora Bunko, [επιγραμ­μικά], προσπελάστηκε στις 10 Ιου­λίου 2026.

« Δόθηκε λοι­πόν υπόσχεση να παραχωρηθούν οι κού­κλες γύρω στον μήνα Νοέμ­βριο σ’ έναν Αμερικανό της Γιο­κοχάμα. Η οι­κογένειά μου, που φέρει το όνομα Κινοκου­νίγια, είχε αναλάβει από γενιά σε γενιά τον ρόλο του δανει­στή προς τους νταϊμιό, και ο παπ­πούς μου ο οποί­ος, νομίζω, ονομαζόταν Σιτσίκου, ήταν άν­θρωπος βαθύς γνώστης των δια­σκεδάσεων. Παραβλέποντας τη μετριο­φροσύνη που θα έπρεπε να χρωματίζει τα λόγια μου, εί­μαι αναγκασμένη να πω πως αυ­τές οι κού­κλες, οι κού­κλες μου δηλαδή, ήταν εξαι­ρετικά ωραίας κατασκευ­ής. »

Akutagawa, Ryûnosuke, La magicienne (Η μάγισσα), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Élisabeth Suetsugu, Αρλ : P. Picquier, 1999.

« Η δέσμευση να που­ληθούν οι κού­κλες σ’ έναν Αμερικανό που κατοι­κούσε στη Γιο­κοχάμα δόθηκε τον μήνα Νοέμ­βριο. Επί γενεές, ο οί­κος μας, του οποίου η εμπορική επωνυμία ήταν Κινοκού­νι-για, δάνειζε χρήματα στους φεου­δάρ­χες άρ­χοντες. Ο παπ­πούς μου ονόματι Σιτσίκου, άν­θρωπος γεμάτος πείρα και αποστασιο­ποι­ημένος από τα αγαθά τού­του του κόσμου, ήταν εκεί­νος που μου είχε δώσει τις κού­κλες· ήταν εντού­τοις, μπορώ να το πω, εξαί­ρετης κατασκευ­ής. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « Les poupées » (« Οι κού­κλες »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Serge Elisséeff (Serge Elisséev), Japon et Extrême-Orient (Ια­πωνία και Άπω Ανατολή), τχ. 4 (Μάρ­τιος 1924), σ. 327-346 · επανέκδ. στο Neuf nouvelles japonaises (Εν­νέα ια­πωνικά διηγήματα), Παρίσι : G. Van Oest, 1924.

Μεταφορτώσεις

Έντυπα έργα

Γύρω από το La vie d’un idiot et autres nouvelles (Η ζωή ενός ηλίθιου και άλλα διηγήματα)

Παραθέματα

« […] κάποια στιγμή θα είχα πάρει λάθος δρόμο, γιατί βρέθηκα ξαφ­νικά μπροστά στην αί­θουσα τελετών του Αογιάμα. Εί­χαν περάσει καλά καλά δέκα χρόνια από τότε που είχα ξαναπεράσει μπροστά απ’ αυτό το κτίριο, ακριβώς από την εξόδιο τελετή του Νατσούμε Σόσεκι. Ούτε δέκα χρόνια νωρίτερα ήμουν ευ­τυχισμένος. Ήμουν όμως του­λάχιστον εν ει­ρήνη. Με τα μάτια καρ­φωμένα στην αμ­μοχάλικη έκταση που απλωνόταν εντός της πύλης, ξαναείδα την μπανανιά της “Έπαυ­λης Σόσεκι”. Δεν μπορούσα να μην αι­σθανθώ ότι και η δική μου ζωή είχε φτάσει στη λήξη της. Ούτε μπορούσα να αμυνθώ στο αί­σθημα ότι δεν ήταν η τύχη εκείνη που, ύστερα από δέκα χρόνια, είχε οδηγήσει τα βήματά μου ως εδώ. »

Akutagawa, Ryûnosuke, La vie d’un idiot et autres nouvelles (Η ζωή ενός ηλίθιου και άλλα διηγήματα), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Edwige de Chavanes, πρόλογος Jeannine Kohn-Étiemble, Παρίσι : Gallimard, coll. « Connaissance de l’Orient », 1987.

Γύρω από το « Le Christ de Nankin » (« Ο Χριστός της Ναντζίνγκ »)

Παραθέματα

« Την ίδια στιγ­μή, το άγαλμα του Χριστού που κρεμόταν στον τοίχο έπεσε με θόρυβο. Μια βαριά σιωπή διήρ­κεσε αρ­κετά δευ­τερόλεπτα. Έπει­τα, νιώθοντας μια μεγάλη μυστηριώδη συγκίνηση, η νεαρή Κινέζα σήκωσε το άγαλμα και κοί­ταξε πάλι το πρόσωπο του βου­βού ξένου και το πρόσωπο του Χριστού. Έμενε συγκινημένη. Το πρόσωπο του αγίου Χριστού έμοιαζε παράξενα μ’ εκείνο του ξένου. Ξαφ­νικά ένα καθάριο χαμόγελο φάνηκε στο χλωμό πρόσωπο της Κινέζας κι εκείνη πλησίασε αυ­τόν τον άν­θρωπο με μιαν έκ­φραση χαράς. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « Le Christ de Nankin » (« Ο Χριστός της Ναν­τζίνγκ »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Matsuo Kuni (Matsuo Kuninosuke), Bifur, τχ. 8 (Ιού­νιος 1931), σ. 97-100.

Μεταφορτώσεις

Έντυπα έργα

Γύρω από το Les grenouilles (Οι βάτραχοι)

Παραθέματα

« 渡辺の橋の供養の時、三年ぶりで偶然袈裟にめぐり遇った己は、それからおよそ半年ばかりの間、あの女と忍び合う機会を作るために、あらゆる手段を試みた。そうしてそれに成功した。いや、成功したばかりではない、その時、己は、己が夢みていた通り、袈裟の体を知る事が出来た。が、当時の己を支配していたものは、必しも前に云った、まだあの女の体を知らないと云う未練ばかりだった訳ではない。己は衣川の家で、袈裟と一つ部屋の畳へ坐った時、既にこの未練がいつか薄くなっているのに気がついた。それは己がもう童貞でなかったと云う事も、その場になって、己の欲望を弱める役に立ったのであろう。しかしそれよりも、主な原因は、あの女の容色が、衰えていると云う事だった。 »

袈裟と盛遠 στο Aozora Bunko, [επιγραμ­μικά], προσπελάστηκε στις 10 Ιου­λίου 2026.

« Ύστερα από τρία χρόνια που δεν την είχα δει, τη συνάντησα κατά τύχη κατά την τελετή καθαγια­σμού της νέας γέφυρας του Ουα­τανάμπε, κι έπει­τα, επί έξι μήνες, έθεσα σε εφαρ­μογή όλα τα τεχνάσματα του κόσμου για να τη συναντήσω κρυφά. Και πέτυχα τον σκοπό μου. Και κάτι περισ­σότερο ακόμη. Κατόρ­θωσα να γνωρίσω το σώμα της, όπως το είχα ονει­ρευ­τεί. Ωστόσο, το συναί­σθημα που με εμ­ψύχωνε τότε δεν ήταν πια μόνο η πίκρα που δεν την είχα ακόμη κατακτήσει. Όταν πήραμε θέση, κι οι δυο μας, πάνω σ’ ένα ψάθινο στρώμα στο σπίτι του Κορομογκάουα, αντιλήφθηκα ότι, εν αγνοία μου, οι λύπες μου εί­χαν γίνει λιγότερο σπαρακτικές. Το ότι δεν ήμουν πια παρ­θένος είχε αναμ­φίβολα συντελέσει στο να ελατ­τωθεί η επιθυμία μου. Υπήρχε όμως και κάτι άλ­λο, πιο καθοριστικό: η ομορ­φιά αυ­τής της γυναί­κας είχε μαραθεί. »

Akutagawa, Ryûnosuke, Une vague inquiétude (Μια αόριστη ανησυχία), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Silvain Chupin, πρόλογος René de Ceccatty, Μονακό : Éditions du Rocher, coll. « Nouvelle », 2005 · επανέκδ. αυ­ξημένη υπό τον τίτλο Les grenouilles (Οι βάτραχοι), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Catherine Ancelot και Silvain Chupin, Παρίσι : Cambourakis, coll. « Littérature », 2024.

« Ήταν η μέρα της βου­διστικής γιορ­τής, στη Γέφυρα του Ουα­τανάμπε, που συνάντησα την Κέσα. Παράξενη σύμ­πτωση ύστερα από τρία χρόνια χωρισμού. Έμαθα πως ήταν παντρεμένη. Επί έξι μήνες, χρησιμοποί­ησα πολ­λαπλά τεχνάσματα για να πετύχω απ’ αυ­τήν ένα κρυφό ραντεβού. Όχι μόνο πέτυχα ένα ραντεβού, αλλά γνώρισα επιτέλους εκείνο το σώμα το οποίο δεν είχα πάψει να ονει­ρεύ­ομαι. Τότε όμως δια­πίστωσα ότι υπήρ­χαν στην καρ­διά μου κι άλλα ακόμη συναι­σθήματα πέρα από τη φλογερή λύπη που είχα περιμένει τόσο καιρό αυτή την κατάκτηση. Στο πλευρό της, στον Οίκο Κορομογκάουα, παρατήρησα ότι η έλξη του σώματός της δεν πλήρωνε πια ολόκληρη την ψυχή μου.

Ίσως η ελάτ­τωση της επιθυμίας μου να εξηγού­νταν από το γεγονός ότι δεν ήμουν πια παρ­θένος και ότι οι πρώτες μου φλόγες εί­χαν κατευ­ναστεί. Ίσως και από μιαν άλλη αι­τία: το πρόσωπο της Κέσα δεν ακτινοβολούσε πια από νιάτα όπως άλ­λοτε. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « Kesa et Morito » (« Η Κέσα και ο Μορίτο »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Matsuo Kuni (Matsuo Kuninosuke) και Émile Steinilber-Oberlin, France-Japon (Γαλλία-Ιαπωνία), τχ. 10 (Ιού­λιος 1935), σ. 163-166.

Μεταφορτώσεις

Έντυπα έργα

Γύρω από το Rashômon et autres contes (Ρασόμον και άλλα διηγήματα)

Παραθέματα

« 或日の暮方の事である。一人の下人が、羅生門の下で雨やみを待つてゐた。

廣い門の下には、この男の外に誰もゐない。唯、所々丹塗の剝げた、大きな圓柱に、蟋蟀が一匹とまつてゐる。羅生門が、朱雀大路にある以上は、この男の外にも、雨やみをする市女笠や揉烏帽子が、もう二三人はありさうなものである。それが、この男の外には誰もゐない。 »

羅生門 στη Wikisource 日本語, [επιγραμ­μικά], προσπελάστηκε στις 10 Ιου­λίου 2026.

« Συνέβη μια μέρα το σού­ρου­πο: ένας άν­θρωπος ταπει­νής καταγωγής βρισκόταν εκεί, κάτω από την Πύλη Ρασό, περιμένοντας μια ανάπαυλα της βροχής.

Δεν υπήρχε κανείς άλ­λος εκτός απ’ αυ­τόν κάτω από την απέραντη Πύλη. Μόνος, πάνω σε μια τεράστια κολόνα, της οποίας το κόκ­κινο επίχρισμα είχε πέσει κατά τόπους, ένας γρύλος είχε σταθεί. Καθώς η Πύλη Ρασό βρίσκεται στη λεωφόρο Σου­ζάκου, θα περίμενε κανείς να συναντήσει εκεί, εκτός απ’ αυ­τόν τον άν­θρωπο, δύο ή τρία πρόσωπα, γυναί­κες με κωνικό καπέλο ή άντρες με eboshi8Ψηλός σκού­φος, μαύ­ρος συνήθως, που φορού­σαν άλ­λοτε οι ευ­γενείς., που θα ζητού­σαν καταφύγιο από τη βροχή. Κι όμως, δεν υπήρχε κανείς άλ­λος εκτός απ’ αυ­τόν. »

Akutagawa, Ryûnosuke, Rashômon et autres contes (Ρασόμον και άλλα διηγήματα), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Mori Arimasa, Παρίσι : Gallimard, coll. « Connaissance de l’Orient », 1965 · επανέκδ. με πρόλογο του Claude Roy, Παρίσι : Le Livre de poche, coll. « Le Livre de poche. Classique », 1969.

« Η νύχτα ήταν δροσερή. Ο υπηρέτης ενός σαμου­ράι στεκόταν μόνος κάτω από τις αψίδες του Ρασόμον, περιμένοντας να περάσει η μπόρα.

Το οι­κοδόμημα αυτό είχε ανεγερ­θεί απέναντι από τη Λεωφόρο του Σου­ζάκου. Δεν ήταν σπάνιο περαστικοί, με ψάθινο καπέλο ή με αρ­χοντικό κάλυμμα κεφαλής, να έρ­χονται εκεί για να προφυλαχτούν από μια μπόρα. Εκείνο όμως το βράδυ, ο υπηρέτης ήταν μόνος· καμιά άλλη παρου­σία πλην εκεί­νης ενός γρύλου, πάνω σε μια ξεθωρια­σμένη κόκ­κινη κολόνα. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « Rashomon • Dans le taillis » (« Ρασόμον • Μέσα στη λόχμη »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Ono Yoshio και René de Berval, France-Asie (Γαλλία-Ασία), τχ. 103 (Δεκέμ­βριος 1954), σ. 217-225.

« 長崎あたりの村々には、時々日の暮の光と一しょに、天使や聖徒の見舞う事があった。現にあのさん・じょあん・ばちすたさえ、一度などは浦上の宗徒みげる弥兵衛の水車小屋に、姿を現したと伝えられている。と同時に悪魔もまた宗徒の精進を妨げるため、あるいは見慣れぬ黒人となり、あるいは舶来の草花となり、あるいは網代の乗物となり、しばしば同じ村々に出没した。 »

おぎん στη Wikisource 日本語, [επιγραμ­μικά], προσπελάστηκε στις 10 Ιου­λίου 2026.

« Συνέβη ενίοτε ώστε, κάτω από τις ακτίνες του δύοντος ήλιου, άγ­γελοι ή άγιοι να επισκέπτονται τα χωριά της περιο­χής του Ναγκασάκι. Λέγεται μάλιστα ότι ο άγιος Ιω­άν­νης ο Βαπτιστής έκανε κάποτε την εμ­φάνισή του στον μύλο του Μιγκέλ Για­χέι, ενός πιστού του Ου­ρακάμι. Ο διάβολος, από την πλευρά του, για να παρεμποδίσει τον θρησκευ­τικό ζήλο των πιστών, μεταμορ­φωνόμενος πότε σ’ έναν παράξενο νέγρο, πότε σ’ ένα εξωτικό άν­θος ή σ’ ένα όχημα με πλεκτά παραπετάσματα, λυμαι­νόταν αυτά τα ίδια χωριά. »

Akutagawa, Ryûnosuke, Rashômon et autres contes (Ρασόμον και άλλα διηγήματα), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Mori Arimasa, Παρίσι : Gallimard, coll. « Connaissance de l’Orient », 1965 · επανέκδ. με πρόλογο του Claude Roy, Παρίσι : Le Livre de poche, coll. « Le Livre de poche. Classique », 1969.

« Συνέβαινε μάλιστα άγ­γελοι και άγιοι να κατεβαί­νουν και να επισκέπτονται τα χωριά, γύρω από το Ναγκασάκι, μαζί με τις ακτίνες του λυκόφωτος ήλιου. Αναφέρεται μάλιστα κατηγορηματικά ότι μια φορά ο άγιος Ιω­άν­νης ο Βαπτιστής εμ­φανίστηκε στον μύλο του Μισέλ Για­χέι, στο Ου­ρακάμι. Από την πλευρά του, ο δαί­μονας επίσης εμ­φανίστηκε συχνά σ’ αυτά τα ίδια χωριά υπό τη μορφή ενός άγνωστου νέγρου, ενός εξωτικού άν­θους, ή ενός μπαμπού φορεί­ου, προκει­μένου να εμποδίσει τους πιστούς να νηστεύ­ουν. »

Akutagawa, Ryûnosuke, Le nez et autres contes (Η μύτη και άλλα διηγήματα), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Maruyama Juntarô, Τόκιο : Hakusuisha, 1927.

« すると、一生懸命にのぼった甲斐があって、さっきまで自分がいた血の池は、今ではもう暗の底にいつの間にかくれて居ります。それからあのぼんやり光っている恐しい針の山も、足の下になってしまいました。この分でのぼって行けば、地獄からぬけ出すのも、存外わけがないかも知れません。犍陀多は両手を蜘蛛の糸にからみながら、ここへ来てから何年にも出した事のない声で、「しめた。しめた。」 »

蜘蛛の糸 στη Wikisource 日本語, [επιγραμ­μικά], προσπελάστηκε στις 10 Ιου­λίου 2026.

« Για να πούμε την αλήθεια, ο λυσ­σαλέος αγώνας του δεν είχε πάει χαμένος: η λίμνη του Αί­ματος που είχε αφήσει πριν από λίγο είχε ήδη ξεθωριάσει στα βάθη του σκότους. Η μακρινή λάμψη του τρομερού βου­νού των Βελονών βρισκόταν επίσης κάτω από τα πόδια του. Μ’ αυ­τόν τον ρυθ­μό, ίσως η φυγή έξω από την Κόλαση να πραγ­ματοποιού­νταν πιο εύ­κολα απ’ ό,τι το είχε περιμένει. Τυλίγοντας γύρω από το μπράτσο του το νήμα της αράχνης, είπε με χαμόγελο ικανοποί­ησης: “Έγινε! Έγινε!” με τόνο ξεχασμένο από την άφιξή του σ’ αυ­τόν τον τόπο, πόσα χρόνια πριν; »

Akutagawa, Ryûnosuke, Rashômon et autres contes (Ρασόμον και άλλα διηγήματα), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Mori Arimasa, Παρίσι : Gallimard, coll. « Connaissance de l’Orient », 1965 · επανέκδ. με πρόλογο του Claude Roy, Παρίσι : Le Livre de poche, coll. « Le Livre de poche. Classique », 1969.

« Τότε, είδε ότι οι προσπάθειές του δεν εί­χαν πάει χαμένες: η λίμνη του Αί­ματος, μέσα στην οποία βρισκόταν ακόμη λίγο νωρίτερα, είχε εξαφανιστεί μέσα στο σκοτάδι. Είδε επίσης την αδύναμη λάμψη του τρομερού βου­νού των Βελονών από κάτω του. Μ’ αυ­τόν τον ρυθ­μό, η απόδραση από την Κόλαση δεν θα ήταν ίσως πιο δύσκολη απ’ ό,τι είχε φανταστεί. Σφίγ­γοντας το νήμα με τα δυο του χέρια, ο Καντάτα άρ­χισε να γελά με μια φωνή που δεν είχε πια χρησιμοποι­ήσει κατά τη διάρ­κεια όλων εκεί­νων των χρόνων που πέρασε στην κόλαση: “Θα πετύχει, θα τα καταφέρω”. »

Akutagawa, Ryûnosuke, « Le fil d’araignée » (« Το νήμα της αράχνης »), μτ­φρ. από τα ια­πωνικά υπό Christopher Chassagneux και Lucie Demesy, La main de Thôt (Το χέρι του Θωθ), τχ. 13, 2025.

« Το να σκαρ­φαλώσει τόσο σθεναρά άξιζε τον κόπο, γιατί η λίμνη του Αί­ματος, όπου βρισκόταν ως τότε, είχε τώρα εξαφανιστεί μέσα στα σκοτάδια από κάτω. Ακόμη και η αδύναμη λάμψη του τρομακτικού βου­νού των Βελονών ήταν από κάτω του. Αν συνέχιζε να σκαρ­φαλώνει μ’ αυ­τόν τον ρυθ­μό, η απόδραση από την Κόλαση θα μπορούσε να εί­ναι πιο εύ­κολη απ’ ό,τι προβλεπόταν. Ο Καντάτα τύλιξε το νήμα της αράχνης γύρω από τα χέρια του, και, με μια φωνή που δεν είχε χρησιμοποι­ήσει από τότε που έφτασε εδώ, πριν από πολλά χρόνια, γέλασε και εί­πε: “Έγινε, τα κατάφερα!” »

Akutagawa, Ryûnosuke, « Le fil de l’araignée » (« Το νήμα της αράχνης »), έμ­μεση μτ­φρ. από τα αγ­γλικά υπό Lucile Rusu σε συνερ­γασία με την Clara Wartelle-Sakamoto, βάσει εκεί­νης των Anne McNulty και Sato Eriko. Στο Petites histoires japonaises : contes et nouvelles bilingues pour progresser en japonais (Μικρές ια­πωνικές ιστορίες: δίγλωσσα παραμύθια και διηγήματα για την πρόοδο στα ια­πωνικά), Μαλακόφ : A. Colin, 2022, σ. 38-61.

Μεταφορτώσεις

Έντυπα έργα

Βιβλιογραφία

  • Bonneau, Georges, Histoire de la littérature japonaise contemporaine (1868-1938) (Ιστορία της σύγ­χρονης ια­πωνικής λογοτεχνίας (1868-1938)), πρόλογος Kikuchi Kan, Παρίσι : Payot, 1940.
  • Chavanes, Edwige de, « Akutagawa Ryūnosuke (1892-1927) ». Στο Cinéma et littérature au Japon : de l’ère Meiji à nos jours (Κινηματογράφος και λογοτεχνία στην Ια­πωνία: από την εποχή Μέιτζι έως τις μέρες μας), υπό τη διεύ­θυνση του Max Tessier, Παρίσι : Centre G. Pompidou, coll. « Cinéma singulier », 1986, σ. 44-45.
  • Collasse, Richard, Dictionnaire amoureux du Japon (Ερωτικό λεξικό της Ια­πωνίας), Παρίσι : Plon, coll. « Dictionnaire amoureux », 2021.
  • Guillamaud, Jean, Histoire de la littérature japonaise (Ιστορία της ια­πωνικής λογοτεχνίας), Παρίσι : Ellipses, coll. « Littératures. Série Littératures du monde », 2008.
  • Matéo, Pascal, « Ryûnosuke Akutagawa, “Rashômon” (1915). Les ténèbres d’un Japon de légende » (« Ριου­νοσούκε Ακου­ταγκάουα, “Ρασόμον” (1915). Τα σκοτάδια μιας θρυλικής Ια­πωνίας »), Le Point Références, τχ. 80 (Απρίλιο­ς-Ιού­νιος 2020), σ. 64-65.
  • Matsuo, Kuni (Matsuo, Kuninosuke), Histoire de la littérature japonaise : des temps archaïques à 1935 (Ιστορία της ια­πωνικής λογοτεχνίας: από τους αρ­χαϊκούς χρόνους έως το 1935), σε συνερ­γασία με τους Kawaji Ryūkō και Alfred Smoular, πρόλογοι των Anatole de Monzie, Émile Steinilber-Oberlin και Noguchi Yonejirō, Παρίσι : Société française d’éditions littéraires et techniques, coll. « Bibliothèque du hérisson », 1935.
  • Origas, Jean-Jacques, « Akutagawa Ryūnosuke (1892-1927) », Encyclopædia universalis, [επιγραμ­μικά], προσπελάστηκε στις 10 Ιου­λίου 2026.
  • Pinguet, Maurice, La mort volontaire au Japon (Ο εκού­σιος θάνατος στην Ια­πωνία), Παρίσι : Gallimard, coll. « Bibliothèque des histoires », 1984.
  • Sieffert, René, La littérature japonaise (Η ια­πωνική λογοτεχνία), Παρίσι : Librairie A. Colin, coll. « Collection A. Colin », 1961 · νέα έκδ. με επικαι­ροποί­ηση υπό Katô Shuichi, Παρίσι : Publications orientalistes de France, coll. « Langues et civilisations. Littérature », 1986.
Avatar photo
Yoto Yotov

Από το 2010, αφιερώνω τον χρόνο μου στην προώθηση του διαλόγου μεταξύ αιώνων και εθνών, πεπεισμένος ότι το ανθρώπινο πνεύμα είναι παντού στο σπίτι του. Αν μοιράζεστε αυτό το όραμα ενός οικουμενικού πολιτισμού, και αν οι Notes du mont Royal σας φώτισαν ή σας συγκίνησαν κάποτε, σκεφτείτε να κάνετε μια δωρεά στο Liberapay.

Articles : 384